Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Πέταλα και σέπαλα στο ταφάκι. / Οι αμάραντοι, κι αν μύριζαν, θα μύριζαν κάτι ξερό ή υφάλμυρο.


Πέταλα και σέπαλα στο ταφάκι.

(...) Ύστερα έγειρε, πήρε στο πρόσωπο το μαξιλάρι του, το μύρισε, βρήκε μια άσπρη μακριά σκληρή τρίχα του, μάζεψε κι από το μικρό κάδο στην τουαλέτα ένα -υπέθεσε το τελευταίο- προφυλακτικό, συμβολικά ένα, κατέβηκε στον κήπο, μαζί με την τρίχα τα έκλεισε σ' ένα κουτάκι κοσμηματοπωλείου, τα έθαψε στη ρίζα της τριανταφυλλιάς με τα πιο μυρωδάτα, τα σκούρα κόκκινα τριαντάφυλλα. (...) Την επομένη του αποχαιρετισμού τους, περπατούσε βυθισμένη ανάμεσα στα παρτέρια του κήπου, με το κλαδευτήρι κι ένα πανέρι στα χέρια, έπειτα στους φράχτες στα γειτονικά χέρσα οικόπεδα, να κόψει λουλούδια για τα δυο πρωτομαγιάτικα στεφάνια, το ένα για την πόρτα της ρεσεψιόν, το άλλο για το σπίτι, να τα κρεμάσει αποβραδίς, το ίδιο εκείνο βράδυ, να προλάβει το Μάη πριν από το ξημέρωμά του. Κατέληξε να το φτιάξει με πυκνές φουντίτσες αγγελικές και στην κεντρική εσωτερική περίμετρο μια μονή σειρά από κίτρινες αγριομαργαρίτες. Τα έδενε με λεπτό νήμα γύρω από μια στεφάνη πλεγμένες λυγερές κληματόβεργες. Στο τέλος πέταλα και σέπαλα και φυλλαράκια, ό,τι περίσσεψε, τα... απόθεσε στο χτεσινό ταφάκι, στη ρίζα της τριανταφυλλιάς. Άφηνε από καιρού εις καιρόν στη ρίζα εκεί ένα λουλούδι, ένα κλαδάκι οτιδήποτε, περίπου με μια δραματική χειρονομία, χαμογελούσε έπειτα. (...)
[Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα Διονυσία, 2009-2011, έκδ. 2012.]


Οι αμάραντοι, κι αν μύριζαν, θα μύριζαν κάτι ξερό ή υφάλμυρο.

(...) «Επαγγελματίας οπλίτης, το ίδιο αν πούμε…» και τότε θα σχημάτιζε για πρώτη φορά στη σκέψη του τη λέξη, «ένας μισθοφόρος».
Δεν το χώραγε το μυαλό του: ένα τρυφερό παιδί ντυμένο με το τραχύ ρούχο, τη βαριά στολή, τον οπλισμό, ό,τι τέλος πάντων κουβάλαγε μία λέξη σαν το μισθοφόρος.
Του ήρθαν στη μύτη οι μυρωδιές προβιάς και πατημένου χλωρού χορταριού.
Οι αμάραντοι, κι αν μύριζαν, θα μύριζαν κάτι ξερό ή υφάλμυρο. Έφτιαξε το στεφάνι δένοντας με λεπτό σπάγκο μικρά μπουκέτα απ’ τα λουλούδια γύρω από την πλεγμένη σε δακτύλιο κληματόβεργα, ύστερα το κρέμασε στην εξώπορτά του. Νύχτωνε. Η αγράμπελη στην άκρη της αυλής είχε πετάξει δροσερά βλαστάρια. Οι γλάστρες και το μικρό παρτέρι θέλανε βοτάνισμα, αλλά ας βεβαιωνόταν προηγουμένως πως δε θα έκανε άλλα νερά, ακόμα κάποια τελευταία μπόρα πριν από το καλοκαίρι. (...)
[Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ο θάνατος του μισθοφόρου, 2012-2015, έκδ. 2016.]