Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Λουκιανού: Νεκρικοί Διάλογοι / Χάροντα και Ερμή.

(Κύρια πρόσωπα του διαλόγου, ο Ερμής, ο Χάροντας και ο κυνικός φιλόσοφος Μένιππος.)

ΧΑΡΟΝΤΑΣ: Ακούστε πώς έχουν τα πράγματα για σας. Είναι πολύ μικρή για όλους η βάρκα, όπως βλέπετε, με ξύλα σαθρά, και μπάζει από πολλές μεριές, κι αν γείρει από τη μια ή από την άλλη πλευρά, γρήγορα θα μπατάρει. Εσείς, πάλι, μου ’ρθατε τόσοι πολλοί μαζί, και πολλά κουβαλώντας ο καθένας. Αν λοιπόν μαζί με τούτα επιβιβαστείτε, φοβάμαι πως ύστερα θα το μετανιώσετε, ιδίως όσοι δεν ξέρετε καλό κολύμπι.

ΕΡΜΗΣ: Τι να κάνουμε, λοιπόν, για να ’χουμε καλό ταξίδι;

ΧΑΡΟΝΤΑΣ: Ακούστε με. Πρέπει να επιβιβαστείτε γυμνοί, αφήνοντας στην παραλία όλα τούτα τα περιττά∙ γιατί ακόμα κι έτσι με δυσκολία θα σας άντεχε η βάρκα. Και σε σένα εναπόκειται, Ερμή, να μην επιτρέψεις σε κανέναν από δαύτους τον πλου, αν δεν είναι γυμνός ή δεν πέταξε από πάνω του τα πράγματά του καταπώς είπα. Στάσου στη σκάλα αποβίβασης, λοιπόν, έλεγχέ τους, και μην τους βάζεις μέσα προτού τους αναγκάσεις να γδυθούν.

ΕΡΜΗΣ: Σωστά μιλάς, κι έτσι να κάνουμε. Έι, εσύ, ο πρώτος, ποιος είσαι;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Ο Μένιππος, είμαι ελόγου μου. Να, δες, Ερμή, το σακούλι μου και το μπαστούνι μου, τα πετώ στη λίμνη, όσο για το τριμμένο πανωφόρι μου, ούτε που το ’φερα, και καλά έκανα. 

ΕΡΜΗΣ: Επιβιβάσου, Μένιππε, άριστε ανάμεσα στους ανθρώπους, και πάρε την προεδρική θέση δίπλα στον κυβερνήτη, να τους κοιτάζεις όλους αφ’ υψηλού.
Κι ετούτος ο όμορφος, άραγε, ποιος να ’ναι;

ΧΑΡΜΟΛΑΟΣ: Είμαι ο Χαρμόλαος από τα Μέγαρα, ο αξιέραστος, που το φιλί μου το πουλούσα δύο τάλαντα.

ΕΡΜΗΣ: Γδύσου βέβαια το κάλλος σου, τα χείλη σου μαζί με τα φιλιά τους, και το μαλλί το πυκνό και τα ροδομάγουλα και το δέρμα σου ολόκληρο. Έτσι μπράβο, ανάλαφρος τώρα, ανέβα πια.
Κι εσύ εδώ, ο κατσούφης, με το πορφυρό ρούχο και την ταινία στο κεφάλι, ποιος να ’σαι, άραγε;

ΛΑΜΠΙΧΟΣ: Ο Λάμπιχος, ο βασιλιάς της Γέλας.

ΕΡΜΗΣ: Τι φαντάζεσαι, λοιπόν, Λάμπιχε, για πού το ’βαλες φορώντας τόσα πράγματα;

ΛΑΜΠΙΧΟΣ: Τι καταλαβαίνεις δηλαδή, Ερμή; Να ’ρχόμουνα γυμνός, βασιλιάς άνθρωπος;

ΕΡΜΗΣ: Βασιλιάς δεν ήρθες καθόλου, αντίθετα νεκρός πάρα πολύ. Άρα, πέτα τα από πάνω σου.

ΛΑΜΠΙΧΟΣ: Ιδού, για χάρη σου, πετάω τον πλούτο.     

ΕΡΜΗΣ: Και τη ματαιοδοξία πέταξε, Λάμπιχε, και την υπεροψία∙ γιατί θα προσθέσουν βάρος στη βάρκα, αν τις κουβαλάς κι αυτές μαζί σου.

ΛΑΜΠΙΧΟΣ: Άφησέ με έστω μόνο να φορώ το διάδημα και το μανδύα.

ΕΡΜΗΣ: Σε καμιά περίπτωση!  Άσ’ τα κι αυτά και προχώρα!

ΛΑΜΠΙΧΟΣ: Έστω. Τι άλλο; Όλα τα παράτησα –το βλέπεις.

ΕΡΜΗΣ: Και τη σκληρότητα και την παραφροσύνη και την αλαζονεία και την οργή, κι αυτά να τ’ αφήσεις.

ΛΑΜΠΙΧΟΣ: Ιδού, για το χατίρι σου, απόμεινα γυμνός.

ΕΡΜΗΣ: Οκέι, επιβιβάσου τώρα.
Κι εσύ, ο παχύς, ο εύσωμος, ποιος άραγε να ’σαι;

ΔΑΜΑΣΙΑΣ: Ο Δαμασίας, ο αθλητής.

ΕΡΜΗΣ: Ναι, δείχνεις για αθλητής. Μου είσαι και γνωστός –σε είδα πολλές φορές στις παλαίστρες.

ΔΑΜΑΣΙΑΣ: Ναι, Ερμή. Όμως άφησέ με να περάσω, μια που είμαι γυμνός.

ΕΡΜΗΣ: Ε, όχι, και γυμνός, φιλαράκο, με τόσες σάρκες περιτυλιγμένος! Θα τις ξεντυθείς πρώτα –εσύ θα βούλιαζες τη βάρκα και με το ένα σου πόδι μονάχα αν πατούσες. Α, και μαζί πέτα και τα στεφάνια που κρατάς, και τους δημόσιους επαίνους που άκουσες.

ΔΑΜΑΣΙΑΣ: Ιδού, για χάρη σου, κι όπως βλέπεις είμαι πια αληθινά γυμνός και ισοβαρής με τους υπόλοιπους νεκρούς.

ΕΡΜΗΣ: Καλύτερος έτσι, δίχως βάρος. Μπες, επομένως.
Και συ, Κράτωνα, αφού αφήσεις κατά μέρος τον πλούτο και τη μαλθακότητα, ακόμα και την τρυφηλή ζωή, και πάψεις να κουβαλάς μαζί σου τις νεκρικές προσφορές ή τα αξιώματα των προγόνων σου, και παρατήσεις την καταγωγή και τη φήμη, και τις επιγραφές στους ανδριάντες αν κάποτε η πόλη σε τίμησε, κι ούτε να λες ότι χτίσανε μεγάλο τάφο πάνω σου, γιατί ακόμα κι αυτά βαραίνουν σαν τα αναφέρεις.

ΚΡΑΤΩΝ: Δίχως τη θέλησή μου, βέβαια, αλλά θα τα πετάξω –μπορώ να κάνω κι αλλιώς…

ΕΡΜΗΣ: Καλέ, τι βλέπω! Ναι, εσύ, με τα όπλα, τι άραγε γυρεύεις εδωπέρα; Ποιος ο λόγος που κουβαλάς το τρόπαιο τούτο;

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ: Γιατί νίκησα, Ερμή. Αναδείχτηκα άριστος και η πόλη με τίμησε.

ΕΡΜΗΣ: Άφησέ το στην επιφάνεια της γης το τρόπαιο! Στον Άδη βασιλεύει ειρήνη και δεν υπάρχει καμία ανάγκη για όπλα.
Ο σεβαστός όμως ετούτος, αν κρίνουμε από την εικόνα του, κι ο πολύ περήφανος, και που ’χει ανασηκωμένα τα φρύδια, που όλοι τον περιποιούνται κι έχει αφημένη μακριά γενειάδα, ποιος να ’ναι, άραγε;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Κανένας φιλόσοφος θα ’ναι, Ερμή, και το πιθανότερο τσαρλατάνος και που φλυαρεί παραδοξολογίες. Γδύσ’ τον επομένως κι αυτόν. Θα δεις βέβαια και πολλά γελοία πράγματα σκεπασμένα κάτω από το ρούχο του.

ΕΡΜΗΣ: Ακούμπα κάτω κατ’ αρχάς τη στολή, έπειτα κι όσα άλλα βλέπω. Ω Δία, πόση αλαζονεία κουβαλάει, πόση αμάθεια, φιλονικία, ματαιοδοξία, ερωτήματα που δεν οδηγούν πουθενά, λόγους ακανθώδεις, έννοιες πολύπλοκες, αλλά και ματαιοπονία πάρα πολλή, και φλυαρία ουκ ολίγη και φληναφήματα και ανοησίες, μα τον Δία όμως και χρυσάφι, να το, και φιληδονία, ξεδιαντροπιά κι οργή, τρυφηλότητα και μαλθακότητα. Γιατί να ξέρεις δε μου διέφυγε τίποτε, μόλο που με περισσή φροντίδα τα κρύβεις όλ’ αυτά. Πέτα κάτω και το ψέμα και την ξιπασιά και το που νομίζεις πως είσαι ανώτερος από τους άλλους, γιατί αν μ’ όλ’ αυτά ήθελες να επιβιβαστείς, ούτε φορτηγό πλοίο με πενήντα κουπιά δε θα σε σήκωνε.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Τα ξεφορτώνομαι λοιπόν, αφού έτσι διατάζεις.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Ναι, αλλά και τη γενειάδα ετούτη να πετάξει, Ερμή, γιατί είναι βαριά και πυκνή, τουλάχιστον δυόμισι κιλά τρίχες.   

ΕΡΜΗΣ: Καλά λες, ξεφορτώσου την κι αυτήν.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Και ποιος θα μου την κουρέψει;

ΕΡΜΗΣ: Ο Μένιππος, εδώ μπροστά σου, αυτός θα πάρει το τσεκούρι του ναυπηγού και θα την κόψει χρησιμοποιώντας για ξύλο κοπής την σκάλα αποβίβασης από το πλοίο.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Καλύτερα δώσ’ μου ένα πριόνι, Ερμή∙ εννοείται θα γελάσουμε περισσότερο μ’ αυτό.

ΕΡΜΗΣ: Και το τσεκούρι καλό είναι. Έτσι, μπράβο. Σαν πιο άνθρωπος μοιάζεις τώρα αφότου ξεφορτώθηκες το βρόμικο τραγίσιο γένι.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Μήπως ν’ αραιώσω κάπως και τα φρύδια του;

ΕΡΜΗΣ: Οπωσδήποτε. Γιατί τα σηκώνει πάνω απ’ το μέτωπο, ούτε ’γώ δεν ξέρω έως πού θέλοντας να εξυψώσει τον εαυτό του. Μπα, τι έπαθες τώρα; Μου βάζεις και τα κλάματα, κάθαρμα, τρέμεις και δειλιάζεις μπροστά στο θάνατο; Άιντε, τράβα μέσα.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Όχι ακόμα, βαστάει κάτι πολύ βαρύ κάτω απ’ τη μασχάλη.

ΕΡΜΗΣ: Τι, Μένιππε;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Την κολακεία, Ερμή, η οποία δεν του χρησίμευσε και λίγο.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Τότε κι εσύ, Μένιππε, να ξεφορτωθείς την ελευθερία και την παρρησία σου και την καλή σου διάθεση και την πνευματική ανωτερότητα και το γέλιο σου. Κοίτα που μόνος εσύ απ’ όλους γελάς.

ΕΡΜΗΣ: Όχι, βέβαια! Αντίθετα, κράτα τα αυτά, γιατί είναι ελαφριά και πολύ εύκολα στη μεταφορά και χρήσιμα στον κατάπλου.
Κι εσύ πάλι, ο ρήτορας, για πέταξε από πάνω σου τους τόσο μακροσκελείς λόγους και τα ρητορικά σχήματα, αντιθέσεις περισώσεις και περιόδους, επιπλέον πέτα και τους βαρβαρισμούς, αλλά κι ό,τι άλλο βαραίνει στα λόγια σου.

ΡΗΤΟΡΑΣ: Αφού έτσι πρέπει, ιδού, τα πετάω.

ΕΡΜΗΣ: Όλα καλά. Εμπρός λύσε τα παλαμάρια, ν’ ανεβάσουμε τη σκάλα αποβίβασης, να σηκωθεί η άγκυρα, άπλωσε το ιστίο, και, περαματάρη, εσύ θα κατευθύνεις το πηδάλιο. Άντε και καλό ταξίδι να ’χουμε! Για ποιο λόγο θρηνείτε, ανόητοι, και ιδιαίτερα εσύ, ο φιλόσοφος, με τη γενειάδα που πριν από λίγο λεηλατήσαμε;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Γιατί νόμιζα, Ερμή, πως η ψυχή ήτανε αθάνατη.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Λέει ψέματα∙ γι' άλλα στενοχωριέται ετούτος.

ΕΡΜΗΣ: Ποια εννοείς;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Που δε θα συμμετέχει πλέον σε πολυτελή δείπνα, που δε θα κυκλοφορεί νύχτα -δίχως να γίνεται αντιληπτός από κανένα- με το ιμάτιο τυλιγμένο στο κεφάλι, να γυροφέρνει τα πορνεία, κι από νωρίς το πρωί εξαπατώντας τους νέους, που δε θα παίρνει τα χρήματά τους για τη σοφία του. Μ’ αυτά στενοχωριέται αυτός.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Εσύ, δηλαδή, Μένιππε, δεν το φέρεις βαρέως που πέθανες;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Ρωτάς εμένα, που επέσπευσα το θάνατό μου, που ήρθα εδώ δίχως να με καλέσει κανένας; Όμως, ενώ μιλάμε, είναι ιδέα μου άραγε ή ακούμε κραυγές σαν κάποιοι απ’ τη γη να φωνάζουν;

ΕΡΜΗΣ: Ναι, Μένιππε, κι όχι από ένα μόνο τόπο. Άλλοι συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία του δήμου κι ευτυχισμένοι όλοι τους γελούν για το θάνατο του Λάμπιχου, οι γυναίκες λιντσάρανε τη γυναίκα του, και τα μικρά παιδιά του, το ίδιο κι εκείνα, τα κυνηγούν και τούς πετάνε πέτρες τα άλλα παιδιά. Κι άλλοι στη Σικυώνα επαινούν τον Διόφαντο το ρήτορα για τον επικήδειο λόγο που εκφώνησε για τούτον εδώ τον Κράτωνα. Και, μα τον Δία, η μάνα του Δαμασία χτυπιέται και πρώτη απ’ τις γυναίκες που θρηνούν σέρνει το μοιρολόι για το γιο της, τον Δαμασία αυτόν. Όμως για εσένα, Μένιππε, κανένας δε δακρύζει, μόνο κείτεσαι μονάχος σου και ήσυχος.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Μην το λες, περίμενε κι ύστερα από λίγο θ’ ακούσεις και σκυλιά να ωρύονται οικτρότατα, και κοράκια να χτυπιούνται με τα φτερά τους, σκυλιά και κοράκια σαν θα συγκεντρωθούνε... για να με θάψουν.

ΕΡΜΗΣ: Είσαι ξεχωριστός άνθρωπος, Μένιππε. Αλλά, να, που φτάσαμε∙ πάτε λοιπόν εσείς κατά το δικαστήριο παίρνοντας τον ίσιο δρόμο εκείνον, εγώ πάλι μαζί με τον περαματάρη θα πάμε να μεταφέρουμε άλλους.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Καλό ταξίδι να κάμετε, Ερμή. Ας πηγαίνουμε κι εμείς. Ποιος ο λόγος πια να καθυστερείτε; Επιβάλλεται να δικαστούμε, και οι καταδίκες λένε ότι είναι βαριές: τροχοί, βράχοι και γύπες –ήρθε η στιγμή που θ’ αποκαλυφθεί η ζωή του καθένα μας.

(Αττική λευκή λήκυθος 450 π.Χ.)

(Για τον Λουκιανό και ειδικότερα για τους Νεκρικούς Διαλόγους, προηγούμενες αναρτήσεις 1, 2.)