Σάββατο 27 Ιουνίου 2015

Οι Βαβυλώνιες στο ναό της Αστάρτης / «Στο άψε – σβήσε αγιάσαμε τρεις κοπέλες…»


Τίποτε συναρπαστικότερο από ένα καλό ιστορικό μυθιστόρημα.
(Δείγμα βινταλικής ειρωνείας, επίσης.)

Τα αποσπάσματα από τη Δημιουργία.

«Όπως κάθε επισκέπτης της Βαβυλώνας, πήγαμε γραμμή στο ναό της Αστάρτης, όπου πορνεύονται οι γυναίκες. Σύμφωνα με έναν παλιό νόμο της χώρας, κάθε Βαβυλώνια είναι υποχρεωμένη να πάει, μια φορά στη ζωή της, στο ναό της Αστάρτης και να περιμένει στην αυλή ωσότου ένας άντρας τής προσφέρει χρήματα για να κάνουν έρωτα. Ο πρώτος που θα της προσφέρει τα χρήματα θα την πάρει μαζί του. Σε άλλους ναούς πορνεύονται νεαροί και αγόρια, και ο άντρας που πηγαίνει μ’ έναν κίναιδο του ναού θεωρείται πως κέρδισε την ιδιαίτερη ευλογία της θεάς.
Ευτυχώς για τους άρρενες της Βαβυλώνας, δεν είναι υποχρεωμένοι να πορνευτούν μια φορά στη ζωή τους στο ναό. Μόνον οι γυναίκες έχουν αυτή την τιμή.
Με γουρλωμένα τα μάτια σταθήκαμε οι τρεις μας στην άκρη της εξωτερικής αυλής. Ίσως χίλιες γυναίκες κάθε μεγέθους, σχήματος, ηλικίας και τάξης ήταν καθισμένες κατάχαμα κάτω από το ζεστό ήλιο. Δεν είχε σκιάχτρα. Τη στοά στην άλλη άκρη της αυλής την κρατούν για τους νωχελικούς ευνούχους του ναού, που φροντίζουν να μην κατεβούν οι επισκέπτες από τις γραμμές που είναι χαραγμένες στο έδαφος. Κάθε άντρας είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί μια συγκεκριμένη ευθεία γραμμή. Αλλιώς, θα γινόταν πολύ μεγάλο μπέρδεμα. Ανάμεσα στις ευθείες γραμμές κάθονται οι γυναίκες.
Το παράξενο είναι ότι οι Βαβυλώνιοι σπάνια επισκέπτονται το ναό. Υποθέτω ότι τον έχουν συνηθίσει. Επιπλέον, θα πρέπει να αισθάνονται κάπως αμήχανα βλέποντας τις συζύγους ή τις αδελφές ή τις θυγατέρες τους να υπηρετούν τη θεά. Ευτυχώς, έρχονται αρκετοί ξένοι απ’ όλα τα μέρη του κόσμου για να βοηθήσουν τις γυναίκες να πάρουν την ευλογία της Αστάρτης.
(…)
Σύμφωνα με το έθιμο, κάνεις την επιλογή σου ρίχνοντας τα χρήματα στα γόνατα μιας γυναίκας. Έπειτα εκείνη σηκώνεται όρθια, σε πιάνει από το μπράτσο και σε οδηγεί στο εσωτερικό του ναού, όπου είναι τοποθετημένα εκατοντάδες ξύλινα χωρίσματα για να δημιουργήσουν μια σειρά κελιά χωρίς πόρτες. Αν βρεις αδειανό, συνουσιάζεσαι στο πάτωμα. Παρ’ όλο που οι ευνούχοι δεν ενθαρρύνουν τους θεατές, οι ωραίες γυναίκες ή άντρες προσελκύουν συχνά αξιόλογο κοινό – για λίγο. Οι περιστάσεις είναι τέτοιες, ώστε είναι σχεδόν νόμος να υπηρετείς την Αστάρτη με μεγάλη ταχύτητα. Για το λόγο ότι, για να καταπολεμήσουν τη διαπεραστική μυρωδιά της γενετήσιας επαφής, οι ιερείς καίνε σε μαγκάλια τόσο πολύ λιβάνι, ώστε ο αποπνικτικός αέρας δεν είναι μόνο αδιάφανα κυανός, αλλά μπορεί να κάνει κυανό κι εσένα τον ίδιο, αν αφιερώσεις πολλή ώρα στη λατρεία της θεάς.
Ενώ οι περισσότεροι ξένοι ξεγυμνώνονταν, εμείς οι ευπρεπείς Πέρσες νέοι δε βγάζαμε ούτε ένα ρούχο, πράγμα που διασκέδαζε ιδιαίτερα τους Έλληνες. Στο άψε – σβήσε αγιάσαμε τρεις κοπέλες που κρίναμε πως κατείχαν αρκετά υψηλή κοινωνική θέση. Φάνηκαν ευχαριστημένες από τις υπηρεσίες μας. Όταν όμως ο Μαρδόνιος ρώτησε την κοπέλα του αν ήθελε να τον ξαναδεί, εκείνη του είπε σοβαρότατα ότι, αν τον ξανάβλεπε, η Αστάρτη θα την καταριόταν παντοτινά. Άλλωστε, ήταν παντρεμένη. Έπειτα τον ευχαρίστησε ευγενικά γι’ αυτό που της είχε κάνει.
Η κοπέλα που διάλεξα εγώ φαινόταν πολύ αμήχανη με την όλη κατάσταση. Μου είπε πως ήταν νιόπαντρη. Αρχικά είχε θελήσει να υπηρετήσει την Αστάρτη όντας ακόμη παρθένα, αλλά η μητέρα της την είχε συμβουλέψει να αλλάξει γνώμη. Προφανώς, πάρα πολλές Βαβυλώνιες παρθένες είχαν δυσάρεστες εμπειρίες στα χέρια άξεστων ξένων. Έτσι, αναγκάστηκε να περιμένει μέχρι τώρα. Σε τελευταία ανάλυση, είπε, ήταν ευτυχισμένη. Φτιάξαμε τα ρούχα μας έπειτα από τη σύντομη γενετήσια επαφή που είχε τόσο διασκεδάσει δυο βόρειους, που έλεγαν και ξανάλεγαν, σε κακά ελληνικά: «Μα πώς μπορούν να κάνουν το παραμικρό με όλα αυτά τα ρούχα;» Τους αγνοήσαμε.
«Το φοβερό είναι», είπε η κοπέλα καθώς πηγαίναμε στην αυλή, «ότι μπορεί να κολλήσει κανείς κάποια αρρώστια. Δεν υπάρχει πραγματικά κανένας τρόπος για να ξέρεις με ποιον θα πας. Η μητέρα μου μού είπε ότι αν με πλησίαζε ένας άντρας που θα φαινόταν πραγματικά βρόμικος, θα έπρεπε να κάνω φρικτούς μορφασμούς και να μου τρέχουν τα σάλια σαν να ήμουν ηλίθια. Από την άλλη μεριά, αν έβλεπα κάποιον που θα μου φαινόταν καθαρός, θα έπρεπε να χαμογελάσω. Είμαι πραγματικά ευχαριστημένη που σου χαμογέλασα.»
Κολακεύτηκα, όπως ήταν και η πρόθεση της κοπέλας. Καθώς στεκόμασταν στην αυλή και καθαρίζαμε τα πνευμόνια μας απ’ όλο τον αρωματικό καπνό που είχαμε εισπνεύσει, μου είπε ότι «οι πραγματικά άσχημες γυναίκες είναι υποχρεωμένες να έρχονται εδώ μέρες ολόκληρες και μερικές φορές μήνες ολόκληρους, περιμένοντας να τις αγοράσει κάποιος. Έχω ακούσει μέχρι ιστορίες για οικογένειες που υποχρεώθηκαν να πληρώσουν ξένο για να πάρει μια γυναίκα. Αυτό βέβαια είναι κακό. Και εντελώς ανόσιο. Αλλά όχι τόσο ανόσιο στα μάτια της θεάς όσο το να μη συνευρεθείς καθόλου».
Χωρίσαμε φιλικά. Η εμπειρία ήταν διασκεδαστική μέχρι που, μετά από μια βδομάδα, αντιλήφθηκα ότι μου είχε κολλήσει ψείρες. Ξύρισα τελείως την ηβική μου χώρα, πράγμα που κάνω πάντα από τότε.»

[Γκορ Βιντάλ, Δημιουργία, μετάφραση Βασίλης Τομανάς, εκδόσεις Εξάντας, σελ. 618, τα αποσπάσματα από τις σελίδες 105 - 107]

Για τον Γκορ Βιντάλ και: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9.