Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Στην Αλεξάνδρεια του Αγίου Αντωνίου. Από τον GUSTAVE FLAUBERT.



"...Αγκαλιάζει με μια ματιά τα δύο λιμάνια (το Μεγάλο Λιμάνι και την Εύνοστο), κυκλικά σαν τσίρκα και χωρισμένα από ένα μώλο, που ενώνει την Αλεξάνδρεια με τ' απόκρημνο νησάκι, που απάνω του είναι σκαρφαλωμένος ο πύργος του Φάρου τετράγωνος, πεντακόσιες πήχες ψηλός, μ' εννιά πατώματα και μ' ένα σωρό μαύρα κάρβουνα στην κορφή του, που καπνίζουνε. Στα μεγάλα λιμάνια είναι ανοιγμένες μικρές πορτούλες. Ο μώλος σε κάθε άκρη τελειώνει σ' ένα μικρό σπιτάκι πάνω σε μαρμαρένιες κολόνες βυθισμένες στη θάλασσα. Από κάτω περνούν πανιά και βάρκες βαριές, που ξεφορτώνουν πραμάτειες, θαλαμηγοί με στολίδια από φίλντισι, κυρτές βάρκες σκεπασμένες με σκιάδια, τριήρεις και διήρεις, κάθε είδος πλεούμενα ανεβοκατεβαίνουν ή είναι αραγμένα στην προκυμαία.

Γύρω στο μεγάλο λιμάνι είναι μια αδιάκοπη σειρά από βασιλικές οικοδομές: το Παλάτι των Πτολεμαίων, το Μουσείο, το Ποσείδιο, το Καισάρειο, το Τιμώνειο, όπου κατέφυγεν ο Μάρκος - Αντώνιος, η Σομά, που έχει τον τάφο του Αλεξάνδρου, ενώ στην άλλην άκρη της πολιτείας μετά τον Εύνοστο φαίνονται σ' ένα προάστιο εργοστάσια γυαλιού, αρωμάτων και παπύρου.
Γυρολόγοι, βαστάζοι, γαϊδουρολάτες τρέχουν και στριμώχνονται. Κάπου - κάπου κανένας ιερέας του Όσιρη με πανθηρόδερμα στον ώμο, ένας Ρωμαίος στρατιώτης με μπρούτζινη περικεφαλαία, πλήθος μαύροι. Στα κατώφλια των μαγαζιών στέκονται γυναίκες, δουλεύουν τεχνίτες και των αρμάτων ο κρότος διώχνει τα πουλιά, που τσιμπολογούν χάμου τα θριψίδια των κρεοπωλείων και τα κόκαλα των ψαριών.
Απάνω στην ομοιομορφία των άσπρων σπιτιών το πολύγραμμο σχέδιο των δρόμων πέφτει σαν ένα μαύρο δίχτυ.
Οι αγορές, χλόη γεμάτες, φαίνονται σαν καταπράσινα μπουκέτα, τα στεγνωτήρια των βαφείων σαν πλάκες χρωματιστές, τα χρυσά ζωγραφήματα στις μετόπες των ναών σα λαμπερές κουκίδες - όλα τούτα είναι σμιγμένα μέσα στον αυγοειδή περίβολο του σταχτιού κάστρου, κάτου από το γαλάζιο θόλο τ' ουρανού, κοντά στην άτρεμη θάλασσα.
Μα το πλήθος σταματάει κοιτώντας προς τη δύση, όθε προβαίνουν πελώριες δίνες από σκόνη.
Είναι οι καλόγηροι της Θηβαΐδας, ντυμένοι γιδοτόμαρα, αρματωμένοι με ρόπαλα και αλυχτώντας ένα πολεμικό και θρησκευτικό τραγούδι με τούτη την επωδό: "Πού 'ναι τους; Πού 'ναι τους;"
Ο Αντώνιος καταλαβαίνει πως έρχονται για να σκοτώσουν τους Αρειανούς.
Ξαφνικά οι δρόμοι ερημώνονται και δε βλέπει κανείς παρά πόδια ανάερα.
Οι καλόγηροι είναι τώρα μέσα στην πολιτεία. Τα τρομακτικά τους ραβδιά, γιομάτα καρφιά, τα κυκλογυρίζουν σαν ατσαλένιους ήλιους. Ακούγονται κρότοι πραγμάτων που τσακίζονται μέσα στα σπίτια. Κάπου - κάπου γίνεται σιωπή, μετά μεγάλες φωνές σηκώνονται.
Από τη μιαν άκρη των δρόμων ως την άλλη γίνεται ένα ακατάπαυστο τρικύμισμα αγριεμένου λαού.
Πολλοί βροντάνε κοντάρια. Κάποτε - κάποτε δυο σμάρια ανταμώνονται και γίνονται ένα. Κι αυτό το ποτάμι γλιστράει πάνω στις πλάκες, σκορπίζεται, λιγοστεύει. Μα πάντα ξαναφαίνονται άνθρωποι με μακριά μαλλιά.
Τουλούπες καπνού ξεφεύγουν από τις γωνιές των σπιτιών. Θυρόφυλλα βροντάνε. Πλευρές τοίχων γκρεμίζονται. Δοκάρια πέφτουν.
Ο Αντώνιος ξαναβρίσκει όλους τους εχθρούς του, τον ένα μετά τον άλλο. Ξαναγνωρίζει όσους αστόχησε. Πριν να τους σκοτώσει, τους βρίζει. Ξεκοιλιάζει, κοψοκεφαλιάζει, σκοτώνει με στυλιάρι, τραβάει τα γένια των γέρων, στραγγαλίζει τα παιδιά, χτυπάει τους λαβωμένους..."

Γκυστάβ Φλωμπέρ, Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, μετάφραση Κώστας Βάρναλης, εκδόσεις Ηριδανός, 1977, σελ. 19 - 21.

[Και να φανταστεί κανείς ότι δεν υπήρχαν ούτε λήψεις από ψηλά ούτε πανοραμικά πλάνα ούτε καν οι κάμερες στα χρόνια του "Πειρασμού" (1839-1874). Ο Flaubert το αποδεικνύει σε κάθε σελίδα του: η αλήθεια της αφήγησης, ενώ μοιάζει να αποτελείται από τα υλικά της εμπειρίας, τις ποικίλες αυτοψίες του αφηγητή, στην πραγματικότητα ανασύρεται, συντίθεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στα σκοτεινά διαμερίσματα του ασυνειδήτου. Και με τρόπο, ώστε η αφήγηση να καταλήγει εγκυρότερη και από το βίωμα που προσχηματικά καταγράφει. Και, αν ισχύει το επίγραμμα του Φερνάντο Πεσσόα, αληθινά υπαρκτή να είναι τελικά μόνο η αφήγηση: Somos contos contados contos, nada / είμαστε ιστορίες που ιστορούν ιστορίες, ένα τίποτα.]