Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Συνεντεύξεις / "Λισαβόνα"

Φεβρουαρίου 28, 2009


Αντώνης Νικολής: «Το μεγάλο έργο, αν το πειράξεις, σε τιμωρεί»



Τον πρωτογνωρίσαμε το 2002 μέσα από το θεατρικό μονόλογο «Ο Κύριος Εμμανουήλ και ο… Ροΐδης», σε σκηνοθεσία και ερμηνεία Σταμάτη Φασουλή. (Με το συγκεκριμένο μονόλογο θα ξανασυναντηθεί του χρόνου ο Στ. Φασουλής «σε ένα θεατράκι 120 θέσεων», όπως ο ίδιος δήλωσε χαρακτηριστικά). Μετά, το 2003, πάλι ο Φασουλής παρουσίασε στο «Δημήτρης Χορν» «Το σπίτι φεύγει». Φέτος, ο Αντώνης Νικολής επιστρέφει εκδοτικά με το «Σκοτεινό Νησί» (Εμπειρία Εκδοτική) και θεατρικά, στη Στοά αυτή τη φορά, με τη «Λισαβόνα». Ενα έργο που εστιάζει στη ζωή ενός ζευγαριού που επί πολλά χρόνια έκανε τις διακοπές του στη Λισαβόνα, μέχρι που έχασε από μια σοβαρή ασθένεια την κόρη του. Οι εκδρομές διακόπηκαν για τέσσερα χρόνια. Τώρα όμως το ζευγάρι αποφάσισε να ξαναπάει στην αγαπημένη του πόλη.

Το έργο του Νικολή εγείρει μια σειρά ερωτημάτων:

• Ξεχνιέται ο βαθύς πόνος; Ξαναγυρνάνε στην κανονική ζωή οι άνθρωποι που χτυπήθηκαν αλύπητα; Εχουν άλλη μνήμη εκτός από τη μνήμη του αγαπημένου προσώπου που χάθηκε;

• Ο συγγραφέας περιπλανιέται στα σοκάκια της Λισαβόνας της ψυχής του, στις εσοχές των δρόμων της, αλλά και στις λεωφόρους της παγκόσμιας λογοτεχνίας, «συνομιλώντας» με κλασικούς και σύγχρονους ομότεχνούς του περί συγγραφής, αλήθειας και άλλων καινών (;) δαιμονίων.




ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ «ΛΙΣΑΒΟΝΑ»

• Ποια η αφετηρία της διαδρομής του νέου σας έργου;

Ο πόνος από την απώλεια του πιο αγαπημένου προσώπου, του μονάκριβου παιδιού, αλλά και ο φόβος για το θάνατο. Απώλεια και θάνατος στη δυνατή κόντρα τους με τη ζωή, βέβαια. Προχωρώντας συναντάμε τη διαχείριση της σύγχρονης αγωνίας: μοναξιά «ως το μεδούλι», αλλεπάλληλες απώλειες, καμιά βεβαιότητα, κανένα στήριγμα.

Το ζευγάρι, οι ήρωες του έργου, καταφεύγει στη Λισαβόνα, όπως οι παλιότεροι στα Ιεροσόλυμα, αναζητεί από την αγαπημένη πόλη να του αναπληρώσει ζωτικές απώλειες. Μην ξεχνάτε, ζούμε σε εποχή που τα σύνορα καταρρέουν, ιδιαίτερα τα σύνορα του εσωτερικού μας κόσμου. Ενα είδος πολιτιστικής αυτοδιάθεσης μας επιτρέπει να επιλέξουμε από εδώ ή από εκεί τα ποικίλα στοιχεία της ταυτότητάς μας. Παλιά ήταν μάλλον ασυνήθιστο για έναν Ελληνα να ακούει μόνο σενεγαλέζικη μουσική ή με το που πατάει το πόδι του στην Πορτογαλία όλοι οι πόροι της ευαισθησίας του να ξεχειλίζουν συγκίνηση. Είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά όλου αυτού που ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση. Αλλωστε, το ζευγάρι είναι Αιγυπτιώτες, γεννημένοι στην προ Νάσερ Αίγυπτο, Ελληνες με κοσμοπολίτικη καταγωγή, δηλαδή.

• Σε μεταφορικό επίπεδο, τι συμβολίζει η Λισαβόνα ως τόπος για σας;

Η Λισαβόνα είναι ένας σύγχρονος λογοτεχνικός μύθος. Υπήρξε για πολλούς αιώνες το τέλος, η άκρη της Γης, έπειτα ορμητήριο για την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου, τις τελευταίες δεκαετίες λόγω της κοσμοπολίτικης και λαϊκής ταυτόχρονα ατμόσφαιράς της πόλος έλξης καλλιτεχνών απ’ όλη την ήπειρο. Με συγκίνησε όχι μόνο η εικόνα της, αλλά και η αρμονία αυτής της εικόνας με τη ζωή των κατοίκων της. Μοιάζει με ένα αισθηματικό τοπίο της νοσταλγίας (υπάρχει καλύτερη λέξη, πορτογαλέζικη, αμετάφραστη, κάτι σαν τη νοσταλγία για κάτι ανέφικτο, το saudade / σαουντάντ). Είναι η ατμόσφαιρα του έργου, αλλά δεν είναι μόνο ρούχο, είναι και πετσί του έργου. Να το πω αλλιώς και ας μην παρεξηγηθώ: οπουδήποτε αλλού παίζεται το έργο, πρέπει να τιτλοφορείται «Λισαβόνα», στην ίδια τη Λισαβόνα πρέπει «saudade grega», το «ελληνικό σαουντάντ».

• Πώς απεικονίζεται αυτό το «ελληνικό σαουντάντ», όπως το αποκαλείτε, στο σύγχρονο ελληνικό έργο, που γνωρίζει ιδιαίτερη άνθηση τη φετινή θεατρική σεζόν;

Κάθε κοινωνική στιγμή υπάρχει και ο θεατρικός λόγος που την αντανακλά και την αφορά. Υπάρχουν εποχές που ευνοούν συγκεκριμένα έργα. Οι συγγραφείς και τα έργα τους είναι αξίες. Από τη στιγμή που στην εποχή μας κλυδωνίζονται οι αξίες, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι επιλέγονται και τα καλύτερα έργα. Δεν αποκλείεται τα δυνατά έργα να βρίσκονται στα συρτάρια των συγγραφέων. Η ελληνική κοινωνία έχει καθηλωθεί από το χυδαίο τηλεοπτικό «mainstream» και ο συγγραφέας σαν να πρέπει να «εξοριστεί», να βρει τη θεματολογία του στις παρυφές της Ελλάδας, για να βρει την ελληνική ψυχή.

• Κι εσείς τη βρήκατε στη νοτιοδυτική γωνιά της Ευρώπης, στην Πορτογαλία.

Κάπως έτσι. (γελάει) Εκεί, «συνάντησα» τη Θεανώ και τον Αντώνη, δύο ανθρώπους μόνους, δίχως τόπο, πρόσφυγες παντού, δίχως συγγενείς, δίχως φίλους, δίχως καμιά βεβαιότητα, κανένα δόγμα, τίποτε να δίνει κύρος στις ιδέες τους, μόνο ένα «αλλού» της ψυχής τους: η συγκίνηση από μία πόλη που ούτε κι αυτήν την ξέρουν καλά καλά, τόσο που και τα τοπία της στην εμπειρία τους να μην είμαστε σίγουροι αν είναι τα πραγματικά ή μόνο τάπητες φανταστικοί του μυαλού τους. Μόνη σχεδία η σχέση τους με τον κόσμο γύρω και μέσα τους ερείπια, έτσι όπως έχουν σημαδευτεί από την πιο σκληρή απώλεια.

• Γεννιόμαστε για να πεθάνουμε αλλά στο ενδιάμεσο διάστημα φερόμαστε λες και δεν γνωρίζουμε την a priori θνησιγενή και πεπερασμένη φύση μας. Μας υπερβαίνει η συνειδητοποίηση αυτού του υπαρξιακού φόβου ή επικρατεί η διάτρητη πανοπλία της ανθρώπινης οίησης;

Η συνείδηση της θνητότητας είναι γείωση φυσικά, μας κάνει ταπεινούς, μας ξαναδίνει το μέτρο. Αλλά και η λαχτάρα της ζωής μπορεί να είναι το ίδιο ή και περισσότερο μια υπενθύμιση του πόσο παροδικοί, πόσο χωμάτινοι είμαστε. Το θάνατο δεν μας αφήνει να τον σκεφτόμαστε το ένστικτο της επιβίωσης, εικάζω, αλλά και η αδυναμία να αντιληφθούμε την περιβόητη τέταρτη διάσταση, το χρόνο δηλαδή. Στατιστικά μπορώ να ζήσω άλλα τριάντα πέντε χρόνια. Αλλά πόσο θα διαρκέσουν; Ακόμα και μια μέρα μπορεί να μου φανεί απέραντο διάστημα, και αντίθετα δέκα ολόκληρα χρόνια να γραφτούν στη μνήμη μου σαν ένα αστραπιαίο πέρασμα.

ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ…

• «Οι άνθρωποι συνηθίζουν να εκμυστηρεύονται σε ένα συγγραφέα πράγματα που σε καμία περίπτωση δεν θα μοιράζονταν με άλλους ανθρώπους». Σόμερσετ Μομ

Γιατί με το να μας βλέπουν να είμαστε συνεχώς «αλλού» (με τις αφηρημάδες, την ασταθή φωνή, τα ασυντόνιστα γέλια κ.λπ.), τους μοιάζουμε φευγάτοι, μακριά από συνάφειες, άρα φερέγγυοι. Το τι ακούς, δεν λέγεται. Απλώς κάθε λίγο θυμούνται να σε παρακαλέσουν «όμως μην το γράψεις αυτό πουθενά και με κάνεις ρεζίλι…».

• «Είναι μάταιο να κάθεσαι να γράφεις όταν δεν σηκώνεσαι να απολαύσεις τη ζωή», είχε πει ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό.

Αλλά και κάθε φορά μετά την έξοδό σου στη ζωή, γυρνώντας στο σπίτι, στην κρυψώνα σου, νιώθεις άδειος. Μόνον αφότου μηρυκάσεις με κάποιον τρόπο ό,τι έζησες, το μεταπλάσεις μέσα σου σε δική σου αφήγηση, τότε πια ξεστομίζεις και το απίθανο ψέμα «αχ, τι ωραία που ήτανε, τι ωραία που περάσαμε τελικά».

• «Γράφω για να μάθω τι σκέφτομαι, τι βλέπω, τι θέλω και τι φοβάμαι». Τζόαν Ντίντιον

Θα σας έλεγα, περισσότερο μ’ ενδιαφέρει αυτό που συνδέει τα πράγματα ή τα γεγονότα μεταξύ τους. Ο ειρμός τους, ο ρυθμός τους.

• «Η συγγραφή σού δίνει την ψευδαίσθηση του ελέγχου. Αλλά πρόκειται για ψευδαίσθηση καθώς ο αναγνώστης εναποθέτει τη δική του πραγματικότητα πάνω στις δικές σου λέξεις». Ντέιβιντ Σεντάρις

Βέβαια, μόνο μην τις πολυπιστεύετε τέτοιες κουβέντες από τους δημιουργούς. Αβρότητες προς τους λογής αναγνώστες. Τα έργα δεν είναι υποκειμενικές αυθαιρεσίες, είναι σταθμοί αυστηρής εκφραστικής οικονομίας. Και με τα έργα, ξέρετε, ισχύει το εξής: η αξία και ο χαρακτήρας τους είναι πράγματα αντιστρόφως ανάλογα. Το μικρό έργο είναι καλόβολο, το κάνεις ό,τι θες. Ακόμη κι αν το ανασκολοπίζεις, σου λέει και ευχαριστώ. Το μεγάλο έργο, αντίθετα, αν το πειράξεις, σε τιμωρεί. Στην καλύτερη περίπτωση, σε στερεί από την αξία του. Αν οι Ελληνες είχαμε διαβάσει σωστά τους «Αλεξανδρινούς βασιλείς» του Καβάφη, θα είχαμε αποφύγει το 1922. Πλησιάζει βραδυφλεγές το 2022 και ούτε τώρα τους διαβάζουμε.

• «Οι συγγραφείς θα πρέπει να διαβάζονται αλλά δεν θα πρέπει ούτε να τους ακούς ούτε να τους βλέπεις». Δάφνη ντε Μοριέ

Πράγματι, σπάνια αξίζει να μας κάνει άνθρωπος παρέα. Αφού ούτε η ζωή μας υπάρχει, προτού την κάνουμε κι αυτήν μία από τις αφηγήσεις μας. Φανταστείτε, όταν συναντιόμαστε μεταξύ μας οι συγγραφείς, μοιάζει να συναντιούνται σελίδες μεταξύ τους.

• «Να είσαι γενναίος, να είσαι λεπτολόγος αλλά πάντα να κυνηγάς το βραβείο». Χένρι Τζέιμς

Το να εργαζόμαστε πολύ και καλά, να είμαστε λεπτολόγοι, είναι αυτονόητο. Για τα άλλα δύο, τις έννοιες γενναιότητα και βραβείο, αυτές αποκτούν το νόημα που τους επιφυλάσσουν η εκάστοτε εποχή και ο τόπος. Μην ξεχνάτε ότι ζούμε σε μία κοινωνία και γλωσσική κοινότητα όπου καμιά λέξη δεν ησυχάζει μέχρι να πάρει την ακριβώς αντίθετή της σημασία. Αναλογιστείτε τι ονομάζουμε πια προοδευτικό ή τι καλλιτεχνικό. Δεν μπορείς να πεις κάτι τολμηρό σε έναν που πεισματικά κρατάει κλειστά μάτια κι αφτιά. Ούτε να πάρεις βραβείο από μια κοινωνία που έκανε υπέρτατη αξία της την ισοπέδωση.



ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, ET AGENDA, Σάββατο, 28.02.09