Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Το είδος της ειρωνείας.


(…)
 Ό,τι και να του έλεγα πια, δε θα με άκουγε καν. Βρήκε το ακράδαντο επιχείρημα αυτός, δυνάμωσε τη φωνή, ξεσπάθωσε.

«Και… η διαίσθηση και… η τηλεπάθεια και όλα!», ότι εξηγούνται. «Μία τυχαία, μία τυχαία!» Τσίριζε. Ρίχνεται στο κορμί της, της βγάζει τις σαγιονάρες, εξετάζει λεπτομερώς τα ακροπόδια της, «δεν μπορεί, θα υπάρχουν κι άλλες ανωμαλίες…».

«Όχι, να σου δείξω τα χαρτιά της», φωνάζω εγώ. Κατευθύνομαι προς την πορτοκαλιά βαλίτσα, ρωτάω την Πέργαμοντ για τα έγγραφά της, «πού είναι; Πού τα ’χωσες, λέγε μου!» Φωνάζω, απευθύνομαι στη λογική του. «Αν είχες μηχάνημα ελέγχου εδώ, θα το έβλεπες: τον τελευταίο έλεγχο τον κάναμε μαζί. Την ίδια μέρα, στην ίδια κλινική. Μίλα του κι εσύ. Είναι ελεγμένη. Πίστεψέ με. Χρόνια ζούμε μαζί, αν ήτανε τυχαία, δε θα το είχα καταλάβει; Απλώς έγινε ένα μικρό λάθος, ένα εντελώς ασήμαντο λαθάκι.»

«Φοβάσαι για το νερό και δεν κοιτάς που ζεις δίπλα σε μια εστία μόλυνσης…» Την ψάχνει στις μασχάλες, ύστερα στο σβέρκο. Να βρει τι στο σβέρκο της. Θα τρελαθώ.

«Πού είναι το G.C.* σου, ηλίθια; Μίλα!» Τρέχω στη βαλίτσα, πετάω αριστερά δεξιά κουρελάκια, κάθε λογής άχρηστο σουβενίρ, τίποτε, δεν το βρίσκω. «Το έχασες πάλι, ηλίθια, δεν το πιστεύω!» Άντε πάλι να τρέχουμε στις κλινικές, ξανά μανά καινούριο G.C., να γλείφουμε τον έναν και τον άλλον μαλάκα, άσε την ταλαιπωρία, άσε τις προσβολές, άσε τα έξοδα! Μου ’ρχόταν να σκάσω.

«Και ειδικά όταν δεν τους φαίνεται, ξέρεις τι φοβερές μεταλλάξεις υφίστανται τα κύτταρά τους; Τι επικίνδυνες αρρώστιες, τι ιούς…», το χαβά του ο άλλος. Αλλά με τρόμαζε κιόλας. Έμοιαζε αποφασισμένος για το χειρότερο.

«Χρόνια ζούμε μαζί. Ούτε μια απλή ίωση δεν έπαθα!» Και δεν έλεγα ψέματα.

«Δεν είμαι τυχαία.» Και το επανέλαβε, ήσυχα και μία μία τις συλλαβές. «Ένα μικρό λάθος, μια αβλεψία των γενετιστών μου.» Του ρίχνει ένα γυναικείο υποτιμητικό βλέμμα. «Εσύ δηλαδή γιατί έχεις κοντόχοντρα πόδια;», και φαινόταν παρά το βλέμμα, σαν με καλοσυνάτη διακριτικότητα να είχε επιλέξει την πιο μικρή από τις ατέλειές του.

«Γιατί οι γονείς μου δεν ήταν ματαιόδοξοι.»

«Και η δικιά μου προγιαγιά δεν είχε πια πολλά λεφτά∙ τα είχε ξοδέψει με τις φίλες της στον τζόγο.»

Του άρεσε αυτή της η απάντηση. Δεν το έδειξε καθαρά, το ψυλλιάστηκα. Όχι γιατί την πίστεψε ή τον καθησύχασε (αν ανησυχούσε πράγματι για κάτι), αλλά γιατί ήταν απάντηση “τρελή”, περιείχε αυτό που ονόμαζε στο site του συχνά “το είδος της ειρωνείας” που του ήταν προσφιλές, κάτι που ομολογώ προσπάθησα, δεν το κατάλαβα ποτέ μου. Να το καταλάβω πλήρως εννοώ. Και επί του προκειμένου, δηλαδή, τι να καταλάβω; Το ξέραμε, η προγιαγιά της Πέργαμοντ ήτανε μεγάλος τζογαδόρος, και η παρέα της επίσης, όλες τους. Δεν ήτανε της φαντασίας της Πέργαμοντ, κάτι σαν χιούμορ ας πούμε. Όταν την έχανες, την προγιαγιά της, έπρεπε να μάθεις σε ποιο λαγούμι γινόταν κοκορομαχία. Την πιάναμε να παίζει το μπαρμπούτι ακόμα και με ηλικιωμένους άρρωστους τυχαίους.

Τέλος πάντων, και πάλι η προγιαγιά της κάπως θα καθάριζε για πάρτη της. Φοβόμαστε το χειρότερο, μην τη σκοτώσει. Αυτός για λίγο μάς κοιτάζει βουβός, μια εκείνην, μια εμένα. Ύστερα, αν και άφηνε την υπόνοια μιας δεύτερης σκέψης του να επαπειλείται στον αέρα, υποχωρούσε. «Δε θα τη σκοτώσω. Όχι γιατί πείστηκα. Για το χατίρι σου», μου το χρέωνε. «Βέβαια, θα μεταφερθεί μέσα, ναι, στην καραντίνα. Διαχωρίζουμε τα σκεύη μας κ.λπ.»

Κι ενώ κι οι δυο μας προσπαθούμε να καταλάβουμε σε ποιο σημείο της μάχης βρισκόμαστε, εμείς κι απέναντί μας αυτός, εκείνος με μια γρήγορη κίνηση της φοράει το φίμωτρο. Είναι η στιγμή που το μη χείρον μοιάζει υποφερτό.

«Και φιμωμένη, βέβαια.»

Τσουλάει το αμαξίδιο, δεν προλαβαίνω να δω τα μούτρα της Πέργαμοντ, κι ενώ περνάνε στην αποθήκη, κουνώντας την περούκα, αστειεύεται, χοροπηδάει (και πόσο λίγο ταιριάζουν τα αστειάκια και οι χαρούλες στους ηθικολόγους!), «ιδού και η περούκα. Η απάτη. Η φενάκη». Γενικά γελάω εύκολα, όμως μαζί του ούτε να σκάσει τόσο δα το χειλάκι μου. Τέλος, συντονίζοντας χέρι – πόδι δίνει στην περούκα μια κλοτσιά, την πετάει στη μέση της σπηλιάς.

Έμεινα μόνος, δίπλωνα και ξανάβαζα καθετί στη βαλίτσα. Εντάξει, εκείνη μπορεί να είχε τραύμα με το φίμωτρο, αλλά ετούτος εδώ δε θα το συνδύαζε με κακής ποιότητας σεξ. Ησύχαζα. Σταδιακά βυθιζόμουν σε μια αναπόληση δίχως ειρμό. Μάζεψα και την περούκα, τη μάλασσα με τα χέρια μου, όπως κάτι που αγαπάει κανείς πολύ. Είναι βιολογικό προϊόν η περούκα της. Κλώνος. Τρίχες δηλαδή, που αν τις εξετάσει κάποιος, έχουν ακριβώς το ίδιο D.N.A. με τα υπόλοιπα κύτταρά της. Της την κάναμε δώρο, την περούκα, εγώ και δυο πελάτες της πέρυσι, ένα διάστημα που δούλευε πουτάνα πάλι, την ημέρα των εξηκοστών γενεθλίων της. Τα παιδιά, ωραίοι και ανοιχτοχέρηδες σαραντάρηδες, με ήθελαν κι εμένα στις παρτούζες τους. Δεν περνάγαμε κι άσχημα.

Από την περούκα ορμώμενος σκέφτομαι ότι υπάρχουν ορισμένα πράγματα στην Πέργαμοντ που τα αγαπώ. Άλλες φορές την αγαπώ και ολόκληρη. Πότε πότε μου φαίνεται ότι… η Πέργαμοντ… είναι… ότι είμαι εγώ. Ναι, εγώ. Πλευρές του εαυτού μου δηλαδή. Όταν, ας πούμε, κοιτάζω μόνο αυτό, το οτιδήποτε είναι μπροστά μου. Όταν αποσκοπώ μόνο σ’ αυτό. Τόσο απλά. Ή όταν τινάζω τους ώμους και λέω στον εαυτό μου “μη σκας, αύριο μεθαύριο θα το έχεις ξεχάσει”, ό,τι κι αν με αγχώνει ή με τρομάζει. Ένας μικρός ανακουφιστικός στεναγμός, ένα γελάκι έτοιμο να σκάσει, ιδού ο περιεκτικότερος ορισμός του ποια πραγματικά είναι η Πέργαμοντ.

Να, λοιπόν, που βρισκόμαστε εδώ. Στο Σκοτεινό Νησί. Και οι τρεις μας: ο Ωρομέδοντας, η καλή μου η Πέργαμοντ και η αφεντιά μου.

Και ο καιρός κυλάει. Πόσες μέρες, άραγε, αφότου ήρθαμε; Τρεις, επτά, εννέα; Μπα, αποκλείεται. Δεν πρέπει πάνω από τρεις. Πηγαίναμε, αλήθεια, πού; Α, ναι. Στην ξαδέρφη της Πέργαμοντ. Τι… ήταν; Πότε; Ένα τρομερό site: το Σκοτεινό Νησί. Όλα σχεδόν τα κείμενα στα αρχαία ελληνικά και υπόγραφε ένας μυστήριος τύπος ονόματι Horomedon με λατινικούς χαρακτήρες ή Ωρομέδων με ελληνικούς. Σκοτεινοί χρησμοί, γνωμικά, επιγράμματα, στροφές – αντιστροφές, ίαμβοι και ανάπαιστοι, πολύπλοκες κατασκευές με λέξεις –τρελαινόμουν μ’ όλ’ αυτά. Μα πιο πολύ, που ένας άντρας είχε εγκαταλείψει τα πάντα και ζούσε μόνος του. Εντελώς μόνος του. Σε μια σπηλιά, σ’ ένα βραχονήσι που το τύλιγε πότε πότε η πυκνή τροπική υγρασία, στο Σκοτεινό Νησί.
(…) 


* G.C.: (Genetically Controlled), το πιστοποιητικό γενετικού ελέγχου.

[Απόσπασμα από τη νουβέλα μου Το Σκοτεινό Νησί, (γράφτηκε την άνοιξη του 2008, εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2008), μεταγραφή του ομώνυμου θεατρικού μου, του 2001.]

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Γιάννης Δημητράκης, Vertigo.

Με τον πολύ καλό ζωγράφο Γιάννη Δημητράκη υπήρξαμε συστρατιώτες το μακρινό 1988. Από τις 19 / 10 έως τις 5 / 11 / 2017 εκθέτει την τελευταία, πολύ συναρπαστική δουλειά του στην αίθουσα τέχνης Alibi, Σαρρή 12, στου Ψυρρή. Τα εγκαίνια, αυτή την Πέμπτη στις 19.30.
Χαίρομαι την καλή τύχη που μας έφερε κοντά νεαρούς, αλλά θα 'ψαχνα την τέχνη του, το σχέδιο, τα χρώματα, αυτό τον ίλιγγο του ενθουσιασμού του, ακόμα κι αν δε γνωριζόμαστε.




(Δημητράκης στο γραφείο, στο καθιστικό, ως και... στην κουζίνα μου.)   



Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Μυστική δική μου Ρόδος.

Βρέθηκα στη Ρόδο αυτές τις μέρες, για μία επέμβαση ρουτίνας στη μητέρα μου.
Σημαδιακές επέτειοι φέτος: είκοσι χρόνια από την πρώτη φορά στην Κρήτη, σαράντα από την αντίστοιχη στη Ρόδο. Ήτανε το 1977, μάλλον Μάιος, σε σχολική εκδρομή της Β’ Λυκείου. Τι έξαψη, πόση μαγεία. Οι πόλεις είναι ή γίνονται μετωνυμίες για πολλά πράγματα της νόησης, της ποιήσεώς μας –κατά το καβαφικόν. Σχετικά πρόσφατα εξιχνίασα ο ίδιος μερικά από τα εντονότερα αισθήματα που μου γέννησε αυτή η πόλη, που πάντοτε τιμώ ως τη δική μου, την καταδική μου πρωτεύουσα.
[Να υπενθυμίσω πάντως κι εδώ τη ρήση του Μίλαν Κούντερα, “Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του” (Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδόσεις Εστία, σελ. 153). Αξιοποιεί δηλαδή το πραγματολογικό ή άλλο υλικό της εμπειρίας του, όμως δεν αυτοβιογραφείται, ακόμα κι όταν ισχυρίζεται ότι κάνει κάτι τέτοιο. Ο συγγραφέας αφηγείται, δε λέει απλώς ιστορίες∙ ο καλός μάλιστα, περισσότερο κι απ' αυτό, δημιουργεί ύφος, δίνει μορφή και ρυθμό στο έργο του.]

Ο ήρωας στο Σκοτεινό Νησί (2008, μεταγραφή θεατρικού του 2001) ανακαλεί εικόνα της Ρόδου (κυρίως από την πλατεία Ιωάννη Ζίγδη, όπου και η Ακαδημία) για την απολεσθείσα Εδέμ, τη ζωή στον πλανήτη προ οικολογικής καταστροφής.

Θα του πω ένα παραμύθι. Ένα ειδυλλιακό στιγμιότυπο, να τον γλυκάνω. «Στα πολύ πολύ παλιά χρόνια» αρχίζω να του λέω, εκείνος παίρνει βαθιά ανάσα, ησυχάζει. «Μια φορά κι έναν καιρό. Πριν από την καταστροφή. Δεκάδες χρόνια πριν. Μια μικρή πλατεία. Απόγευμα. Νωρίς το απόγευμα. Γυρίζουμε, λέει, από την παραλία. Είμαστε εσύ κι εγώ. Φοράμε μόνο το μαγιό. Περπατάμε ξυπόλητοι, κρατάμε τα παπούτσια μας στα χέρια. Ο ήλιος μάς στεγνώνει. Λεπτές άσπρες γιρλάντες το αλάτι στους ώμους σου. Όπως προχωράμε και χαζολογάμε, ο ήλιος κάνει απαλές σκιές στην πλάτη σου, ως κάτω στα δυο λακκάκια στη βάση της σπονδυλικής σου στήλης, δυο μικρές γούβες σκιά. Όλο και σου ρίχνω εγώ πονηρές ματιές. Εσύ είσαι όμορφος. Καθίζουμε σ’ ένα καφενείο. Υπαίθριο. Υπαίθριο… μ’ ακούς; Υπαίθριο, υπαίθριο! Ανέμελοι! Ανάμεσα σε πολλούς άλλους ανέμελους. Να πιούμε κάτι, να δροσιστούμε. Αρωκαρίες ψηλές και φοίνικες και πεκούνιες ανθισμένες, όλα τα χρώματα, και λιγούσχρα κλαδεμένα ολόγυρα στα παρτέρια, χαμηλοί φράχτες. Κυλούνε δυο ρυάκια στο στέρνο σου και έχεις λίγη υγρασία ανάμεσα στα σκέλη, μπορεί να μην είναι από τη θάλασσα, να είναι ιδρώτας. Έρχεται το γκαρσόνι, ένας τρυφερούλης σαν ούτε τριάντα πέντε χρονών. Και παραγγέλλουμε να πιούμε ποτά. Δεν ξέρω τι ποτά. Ή μήπως αφεψήματα; Όχι, ναι. Καφέ παραγγέλλουμε. Που φτιάχνεται, λέει, από πραγματικό καφέ. Που τον φέρνουνε, τον καφέ, από μια άλλη ήπειρο, που τον αλέθουνε στη βόρεια άκρη της δικής μας, και που τον ψήνουν, λέει, για την πάρτη μας, στη νότια άκρη της ηπείρου μας, εδώ. Και μια κοιτάζω τους μικρούς νευρικούς παλμούς στους μυς των μπράτσων σου, απέναντί μου, μια τους άλλους θαμώνες (τι ποικιλία τα πορτρέτα), άλλοι με ακάλυπτα κεφάλια όπως κι εμείς, αναμαλλιασμένοι από το νερό και το αλάτι, άλλοι με καπέλα, άλλοι ημίγυμνοι, άλλοι σχεδόν γυμνοί. Έχεις προσέξει σε κάτι αρχαία φιλμ τι χρώμα είχε το ηλιοκαμένο δέρμα; Βλέπεις και τώρα καμιά φορά κανέναν τυχαίο ηλιοκαμένο, αλλά καμία σχέση, αυτοί είναι γεμάτοι εξανθήματα κι εγκαύματα…»  

Το χαμάμ του Δανιήλ, στη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα (άνοιξη 2009) είναι σίγουρα η φανταστική μικρότερη εκδοχή του Γενί Χαμάμ της πλατείας Αρίωνος στην Παλιά Πόλη.

Η Ρόδος, και πάλι, σ’ ένα διήγημα που μου ζητήθηκε για τη LiFO, το καλοκαίρι του 2012. (Κως, μια μικρή εκδοχή του κόσμου. 17 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ LIFO. 18.7.2012. The Summer fiction issue. Μια μικρή εκδοχή του κόσμου. Από τον Αντώνη Νικολή. Ένα διήγημα για την Κω.)


(…) παλιότερα, έφηβος, όταν περνούσα την Πύλη d’ Amboise στα τείχη της Παλιάς Πόλης στη Ρόδο, κάπως σαν να διέσχιζα τη Γέφυρα των Ιπποτών της Οδού των Φοινίκων στην Κω για να μπω στο κάστρο του λιμενοβραχίονά μας. Οι λέξεις ηδονή, λαγνεία, λίμπιντο, αν έχουν μια σκηνογραφία στο μυαλό μου, βρίσκονται εκεί, μα και η Ρόδος δεν είναι παρά τα δεκαοκτώ μου (…)

Στον Μισθοφόρο (2012-2015) οι εικόνες της Ρόδου συμφύρονται με πράγματα του ασυνειδήτου. Εκεί θα καταφύγει ο Ηλίας για να κρύψει τα τεκμήρια του φόνου, αλλά κι εκεί θα νιώσει την αφύπνιση του ερωτισμού του.

Περπάταγε, ύστερα, ανάμεσα σε αποβιβασμένα φορτηγά και γιωταχί, λίγους πεζούς, σκυμμένος, έπειτα στον παραλιακό με τα άθλια διώροφα, το φως της Ρόδου είναι σαν πιο κίτρινο, στη μνήμη γίνεται γλυκιά ώχρα, βυθιζόταν κι άλλο μέσα του, μετά τη στροφή του πρώτου κόλπου, όπου το παλιό λιμάνι, κι από κει και πέρα η διαδρομή παράλληλα προς το κάστρο ως την Πύλη της Ελευθερίας και τη μικρή γέφυρα με την αβαθή τάφρο κάπως θα τον αποσπούσε, όλα γίνονταν πιο οικεία, σε λίγο θα τον δρόσιζε κι η απόληξη του πάρκου στις παρυφές του κάστρου, οι βαθύσκιωτοι φίκοι στο απέναντι πεζοδρόμιο, θα σήκωνε το βλέμμα προς το Μαντράκι και την παραλιακή λεωφόρο. Άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του δίχως να συσπώνται οι μύες του προσώπου, σαν από μόνοι τους οι αδένες, δίχως συναισθήματα, εκτός από την κάπως ανακουφιστική εντύπωση του βλέμματος που ξανοιγόταν στον ανοιχτό ορίζοντα της πόλης. 

Περπάταγε στην προκυμαία και οι εικόνες από τις διπλές – τριπλές σειρές ιβίσκους στα παρτέρια, τους φίκους (τους κουρεμένους σε σχήμα αμπαζούρ, σκέφτηκε μ’ ένα υπομειδίαμα), από τον κόσμο που μπαινόβγαινε από τα γιοτ, ή από ένα πηγαδάκι όρθιους δίπλα στην αποβάθρα που συζητούσαν πως αλίμονο πια σ’ εκείνον που δε μιλάει ρώσικα, λόγω της μεγάλης αύξησης των τουριστών από Ρωσία, εικόνες όλες συγκεχυμένες, η μία πάνω στην άλλη, το ίδιο όπως και οι σποραδικές κουβέντες των καθισμένων στα παγκάκια, φράσεις βαριεστημένες του ενός προς τον άλλον, συνταξιούχων ντόπιων μάλλον.

Λίγο πριν από το μητροπολιτικό ναό μπροστά στο γοτθικού ρυθμού σιντριβάνι η μνήμη του θα γλίστραγε πολλά χρόνια πίσω, τον είχε πάρει μαζί της η θεία Ελβίρα, η γυναίκα του αδελφού του πατέρα του, μικρός εκείνος, δεν αποκλείεται σε προσχολική ηλικία, σε κάποιο θερινό σινεμά να δουν τη «Μελωδία της ευτυχίας». Βρίσκονται στο σπίτι της γιαγιάς Αργυρώς, και η θεία τον ρωτάει αν του άρεσε η ταινία, ναι, του άρεσε, υπήρχε ένα μεγάλο σιντριβάνι στην ταινία όπου τραγούδαγαν ολόγυρα η Τζούλι Άντριους ντυμένη καλόγρια με μια κιθάρα στον ώμο κι ένα τσούρμο πιτσιρίκια πίσω της. Υπήρχε, άραγε, τέτοια σκηνή ή ήτανε σύμφυρμα της μνήμης του; «Ωραία τραγουδάκια, ε, τι λέει το Ηλιάκι μας;» Η θεία Ελβίρα, σκυμμένη πάνω του, με τους στενούς σχεδόν παιδικούς ώμους, τη δυσανάλογα ανοιχτή λεκάνη, η γυναίκα του θείου Παύλου, η οποία συνηθίζει να σκάει ένα γαργαλιστικό γελάκι μετά από κάθε της ερώτηση.
Επέστρεφε με κατεύθυνση το εσωτερικό της πόλης, πέρασε το καφενείο Ακταίον με τις τοξωτές καμάρες, τα τροπικά δέντρα με τις πολλές εναέριες ρίζες, και στο κέντρο τον πελώριο φίκο, κι όπως ανηφόριζε, λίγο πριν την Αμερικής, τον πήραν απ’ τη μύτη οι μυρωδιές ενός τυροπιτάδικου. Αγόρασε μία ζαμπονοτυρόπιτα, κάτι που κανονικά θα ορεγόταν πολύ. Στάθηκε λίγο πιο κει να τη φάει, από τη δεύτερη μπουκιά κιόλας κόλλησε ο λαιμός του, δυσκολευόταν να καταπιεί. Πάνω στις κινήσεις της κατάποσης, πεταγόταν μπροστά του η τρομερή εικόνα, γέμιζε το μυαλό του από το άψυχο κορμί του Γιούρι. Πέταξε την πίτα, μαζί με τη λαδόκολλα, τη σακούλα και τη χαρτοπετσέτα, σε κάδο λίγο παραπέρα. Παραπατούσε, σχεδόν έτρεχε. Σταμάτησε σαστισμένος σ’ ένα τουριστικό, αγόρασε μία πετσέτα κουζίνας, σουβενίρ του νησιού, μ’ αυτήν θα σκούπιζε τα αποτυπώματά του από τα μικροαντικείμενα του μισθοφόρου, -θυμόταν ανάλογες σκηνές από ταινίες. Άραγε ενεργούσε ακόμα λογικά ή μήπως τα ’χε ήδη χαμένα, ούτε το συνειδητοποιούσε πια. Ανέβηκε το δρομάκι με τα σκαλιά στο πάρκο παράλληλα προς τα τείχη, κάθισε σε μια πέτρινη γωνιά. Λίγο παραπέρα τρεις μετανάστες συζητούσαν θορυβωδώς, διαφωνούσαν για κάτι, τον τζίναβαν πότε – πότε, το πιθανότερο ψωνίζονταν για κανένα χαρτζιλίκι. Είχε βγάλει το σακ βουαγιάζ του μισθοφόρου, το έτριβε, το καθάριζε από τα αποτυπώματα ή από ό,τι τέλος πάντων νόμιζε ότι το καθάριζε. Όλα τα αντικείμενα του παιδιού, πορτοφόλι, κινητό, νεσεσέρ, οι αλλαξιές τα ρούχα, το ένα μετά το άλλο τον ανατρίχιαζε που τα έπιανε, σαν αν ήτανε κομμάτια από το σώμα του. Τα τακτοποιούσε έτσι όπως θα τα είχε εκείνος. Ύστερα, δυσκολεύτηκε να σηκωθεί. Γύρω του ψηλοί φοίνικες, σε ποικιλία με σκληρά γλαυκά βάγια, μια τεράστια αβραμιθιά, αρωκαρίες, αρσενικά κυπαρίσσια, πεύκα, αλλά και θαμνώδεις δάφνες, πικροδάφνες, ιβίσκοι, άκουγε τον ήχο των τζιτζικιών, στο βάθος χαμηλά τους θορύβους από την κίνηση του δρόμου. Στο κατηφορικό μονοπάτι του πάρκου διασταυρώθηκε μ’ ένα νεαρό ζευγάρι από Ισραήλ -αν άκουσε καλά τη γλώσσα τους-, η μαμά τσούλαγε το άδειο καρότσι, ο μπαμπάς σήκωνε στα χέρια το μωρό τους. 


Πόσα δεν είχε ζήσει, χρόνια πίσω, σ’ αυτό το πάρκο... Κοβόταν η ανάσα του από το σφίξιμο, πνιγόταν από τα στιγμιότυπα εκείνης της παλιάς ανεμελιάς όπως του τα ’φερνε πίσω ορμητικά η μνήμη, νυχτερινά σουλούπια στα μονοπάτια και στο μισοσκόταδο, η διερευνητική ελάχιστη επικοινωνία, οι εκσπερματίσεις πίσω από θάμνους εδώ ή εκεί, μα κι αμέσως έπειτα, κάπου στην έξοδο του πάρκου, ακίνητος, θα κατακλυζόταν από την πιο αφόρητη απελπισία. Αναστέναξε δυνατά, περισσότερο έβγαλε ένα βραχνό γόο μέσ’ απ’ τα πνευμόνια του, έσερνε τα πόδια του για την Παλιά Πόλη, -το περπάτημα βοηθούσε, κάπως τον αποφόρτιζε. Βημάτιζε σκυφτός στον πεζόδρομο πριν την οχύρωση, με τους μικροπωλητές μπροστά στην πραμάτεια τους από τουριστικά σουβενίρ στη σειρά με τους πάγκους – βιτρίνες. Άνθρωποι συζήταγαν ή ψώνιζαν, συνειδητοποιούσε ότι του εντυπώνονταν στάσεις ή μικρές κινήσεις των σωμάτων που τυχαία σάρωνε με το βλέμμα. Όπως μια κουβέντα μετέωρη στη σκέψη, έτσι και το ελαφρό τίναγμα ενός ώμου διαρκούσε για μερικά δευτερόλεπτα στη μνήμη του, σαν για να διερευνηθεί περαιτέρω η σημασία του. Εικόνες, ήχοι, σκέψεις, που κατέληγαν στο κεφάλι του σε εγκαταστημένη βουερή ησυχία, όπως αν είχανε βουλώσει τ’ αυτιά του. Έστριψε στο βοτσαλωτό προς τη γέφυρα της πρώτης τάφρου. Λίγα μέτρα παρακεί ένα κοριτσόπουλο, τσιγγανάκι, καθισμένο οκλαδόν κατάχαμα ανοιγόκλεινε τη μουχλιασμένη φυσούνα του ακορντεόν της, είχε ακουμπισμένο ένα πλαστικό μπουκάλι νερού κομμένο σε σχήμα ποτηριού μπροστά στα πόδια της για τα ψιλά των περαστικών, δίπλα της ένα άσπρο βρόμικο σκελετωμένο σκυλάκι, κι όρθια κάνα μέτρο μακρύτερα και της μιλούσε, μία έφηβη, μπορεί η αδερφή της. Ο Ηλίας ακολούθησε το βλέμμα μιας χοντρής τριαντάρας πάνω σε βεσπάκι καθώς πλησίαζε τα δύο κορίτσια, σταμάτησε μισό μέτρο μακριά τους, «Νερό τού έδωσες;» κοίταζε το σκυλάκι κι έτεινε ένα μπουκαλάκι αγοραστό νερό μισογεμάτο, «Ήπια με το στόμα εγώ μόνο, δεν πειράζει», είπε μάλλον για να δικαιολογήσει που δεν ήτανε γεμάτο, τα κορίτσια έχασκαν προς τη μεριά της ανέκφραστα.
Θα προχωρούσε ως το στηθαίο της γέφυρας πάνω από τη φαρδιά πρώτη τάφρο του κάστρου. Μια μικρή πράσινη σαύρα έτρεξε να κρυφτεί στη σκιά του τοιχίου. Ένα μηχάνημα θέριζε το γκαζόν στην τάφρο που ξανοίγεται σε μεγάλη επίπεδη έκταση, παρατηρούσε μακριά κάτι σωρούς από πέτρινα βλήματα κανονιών, πέτρινες μπάλες τη μια πάνω στην άλλη σε σχήμα μικρών πυραμίδων, δύο λυκόσκυλα ιδιοκτησίας μάλλον του ποδηλάτη τον οποίο ακολουθούσαν καθώς διέσχιζε με γρήγορες πεταλιές το στενό χωματόδρομο κατά μήκος της πλατιάς αλάνας. Τα τζιτζίκια, το φάλτσο ακορντεόν, η μικρή συντροφιά τουρίστες κατευθυνόμενοι προς την πύλη, έσκυψε, κοίταξε κάτω του, από την άκρη του στηθαίου όπου στεκόταν. Μια αβραμιθιά, από τα κλαδιά της κρέμονταν ένα ζωνάρι και δυο σχισμένες φανέλες. Ναι, εδώ να τα πέταγε. Κατέβασε από την πλάτη του, τράβηξε με προσοχή και δίχως να το αγγίξει με γυμνά δάχτυλα το μικρότερο σακ βουαγιάζ, έλεγξε, και μόλις σιγουρεύτηκε πως δεν τον έβλεπε κανείς, άφησε το σάκο από τα χέρια, τον είδε να πέφτει δίπλα σε δύο χάλκινα καπάκια φρεατίων, πλάι σ’ ένα χαρτί σοκολάτας και κάτι σαν πανί συμπτυγμένο από βροχές και ήλιο, μάλλον από μπουφάν τζιν. 

Ένιωσε το άδειασμα του χεριού του, τη βαρύτητα, το μικρό γδούπο από την πτώση στο έδαφος να αντηχεί πολλαπλασιασμένος στ’ αυτιά του, αλλά και μία ελάχιστη ανακούφιση. Κράταγε ακόμα την πετσέτα, την έτριβε μηχανικά στην παλάμη προχωρούσε προς την Πύλη dAmboise με το επιβλητικό οικόσημο, στράφηκε μια προς τα πίσω, προς την αβραμιθιά, ακολουθούσε σε απόσταση ένα νεαρό ζευγαράκι, συζητούσαν απορροφημένοι, αυτός συνέχισε προς τη σκεπαστή θολωτή πύλη, πέρασε τη δεύτερη μικρότερη γέφυρα και τάφρο, σύρριζα στο εσωτερικότερο τείχος κομμένοι πολλοί κορμοί από βαγιές, υπέθεσε χτυπημένες από το κόκκινο σκαθάρι, έψαξε κάδο να πετάξει την πετσέτα, ύστερα έστριψε αριστερά κατά τη βίγλα, ήτανε πήχτρα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα εντός της, κοντά στα σκαλάκια για τις κανονιοθυρίδες ακαθαρσίες και σκουπίδια. (…)
Βημάτιζε, και πάλι σκυφτός, στο δρόμο με τα πανύψηλα πλατάνια πριν από την πύλη του Αγίου Αντωνίου, στη μια πλευρά πλανόδιοι ζωγράφοι με προσχεδιασμένα πορτρέτα, ένας μικροπωλητής απέναντι με χρωματιστά πλακάκια και χάλκινες μινιατούρες στον πάγκο του, σκέφτηκε προς στιγμήν να καθίσει σε κάποιο απ’ τα πράσινα μεταλλικά παγκάκια, δεν στάθηκαν τα πόδια του, από την εσωτερικότερη τρίτη τάφρο πρόβαλλαν χαρουπιές, ένας ψηλόλιγνος φοίνικας με γλαυκά βάγια, μία δενδρώδης δάφνη, κοντά στο τέλος του δρόμου ένα γκρουπ Ρώσων ημικυκλικά γύρω από νεαρή ξεναγό, «υπάρχει κάτι πολύ σκληρό στα πρόσωπα των Ρώσων», αλλά δε συνέχισε τη σκέψη του αυτή, πέρασε την πύλη του Αγίου Αντωνίου, «η Παλιά Πόλη παραμένει καθηλωμένη στη δεκαετία του 70», σκέφτηκε επίσης, ορμώμενος από τη διακόσμηση των εστιατορίων, από τους σερβιτόρους μπροστά από τα τραπέζια για άγρα πελατών, όλοι τού απευθύνονταν στα αγγλικά, μόνο πολύ αργότερα ένας με χρυσό μεγάλο κρίκο στο αριστερό αυτί τού είπε «Καλημέρα σας» ελληνικά, κοίταξε το ρολόι, σερβίρουν από τόσο νωρίς, μα ναι, κόντευε μία παρά τέταρτο. 




Την Παλιά Πόλη την αγαπάει πολύ. Τους ντελικάτους μιναρέδες, την ώχρα, τα καφασωτά, τα κεραμικά γείσα στα υπέρθυρα και στα παράθυρα. Μαγαζάτορες και τουρίστες στο διάβα του κυρίως, αλλά και σκηνές λαϊκής συνοικίας, ο παππούς που απαντάει σ’ ένα μεσήλικο υπάλληλο χρυσοχοείου ότι, ναι, είχε να φάει για σήμερα, ότι του έφερε η κόρη του ρεβίθια και χόρτα, η ηλικιωμένη γυναίκα σε άλλο στενό που φωνάζει σε γειτόνισσά της ότι πήγε κι έλουσε το μαλλί στο σπίτι της αδερφής της όπου έχουν ηλιακό και δε χρειάζεται να ξοδεύουν θερμοσίφωνο, κάποτε σχεδόν χαμένος, ρωτάει τον πρώτο ντόπιο που συναντά, ένα σχολιαρόπαιδο με σάκα στον ώμο, τέτοια εποχή μάλλον από ιδιωτικό μάθημα, προς τα πού έπεφτε το Γενί Χαμάμ, αυτό έψαχνε και είχε χαθεί στα στενά, το αγόρι τού έδειξε, πράγματι γενικά θυμόταν σωστά την κατεύθυνση κι ας είχε αποκλίνει λίγο. Καθ’ οδόν προς το χαμάμ, κοντά σε σκάμμα αρχαιολογικό, γέλασε με δυσκοίλιο γάτο που τανυζόμενος να χέσει δεν πτοούνταν διόλου από σκύλο που την ίδια στιγμή πέρναγε από πολύ κοντά του.



Σχεδόν παντού πλακόστρωτο και σε κάθε ξάνοιγμα τραπέζια εστιατορίων. Έφτασε στην πλατεία Αρίωνος με τον πυκνό βαθύσκιο φίκο στο κέντρο της, αριστερά όπως ανηφόριζε το τζαμί Μουσταφά, παραδίπλα του το Γενί Χαμάμ. Το φρέσκαρε στη μνήμη του, ανασήκωνε το κεφάλι, ο τρουλίσκος φωταγωγός ψηλότερα από τον κύριο κουμπέ, οι αναφωτίδες στους τρούλους, κατέβαζε το βλέμμα, τρία και στην άκρη προς το τζαμί άλλο ένα, συνολικά τέσσερα επιβλητικά αρσενικά κυπαρίσσια κοσμώντας την μπροστινή κύρια πλευρά του, αυτήν εδώ επί της πλατείας. Τα πόδια του καθυστερούσαν, πλησίαζε προς την είσοδο των «δημοτικών λουτρών» μ’ ένα μούδιασμα και μια λαχτάρα, τι καλά να χωνόταν εκεί μέσα σαν πέφτοντας σ’ ένα όσο μακρύτερο μακροβούτι, όμως η πόρτα έμοιαζε αμπαρωμένη κι ίσως από καιρό. Αλλά, πάλι, κλειστό το χαμάμ και μάλιστα σαββατιάτικα; Έψαξε ένα γύρο στην πλατεία. Να κάθιζε σε τραπεζάκι κοντά στον κορμό του φίκου, να ρώταγε το γκαρσόνι, μια μικρή δίνη τον ρούφαγε στην όμορφη πλατεία, έφτασε κι έσερνε την πάνινη καρέκλα, υπήρχαν τρεις θαμώνες μόνο σε τραπέζι παραδίπλα, δύο μεσήλικοι άντρες κι ένας κατά πολύ νεότερός τους, πότε – πότε ακουγόταν κάποιο γέλιο τους, δε θα τον αποσπούσαν. Η γκαρσόνα, προσηνής, του ανέφερε πως τα λουτρά ήτανε προσωρινά κλειστά, μάλλον για λόγους ανακαίνισης, ότι δεν ήξερε πότε θα τα λειτουργούσαν ξανά, εδώ και μήνες πάντως παραμένανε κλειστά, μπορεί και από ολόκληρο χρόνο. «Ναι, έπρεπε να το φανταστώ», κουνούσε το κεφάλι ο Ηλίας. Παράγγειλε ένα φρέντο καπουτσίνο μέτριο, άφησε για λίγο το μάτι του στις πλάκες της πολυγωνικής κρήνης του τζαμιού, στην καθεμιά ένα ανάγλυφο ανθοδοχείο με λουλούδια ανάμεσα σε δυο πολύ μικρότερης κλίμακας, σχηματικά επίσης, κυπαρίσσια, τέσσερα γατιά κοιμούνταν ή ανακλαδίζονταν με χασμουρητά στη σκιά της κρήνης, ύστερα βυθίστηκε στις εικόνες της μνήμης του από το χαμάμ. Τα χρόνια που αλήτευε, με τον ομοερωτικό προσανατολισμό του ενεργό εννοείται, όποτε τύχαινε να βρίσκεται Ρόδο, πέρναγε τα μεσημέρια στους γυμνιστές στο Φαληράκι ή στην Καλλιθέα, τα απογεύματα ίσαμε να νυχτώσει στο χαμάμ, τα βράδια στα μπαράκια ή στο πάρκο. Όντως, εκεί μέσα, μέσα στο Γενί Χαμάμ, είχε περάσει μερικές από τις σημαδιακές σεξουαλικές εμπειρίες του. (…) Στο Γενί Χαμάμ είδε το ένα μετά το άλλο τα αντρικά ερωτικά στερεότυπα της εφηβείας του να σπάνε: άντρες με μικρά γεννητικά όργανα ή θηλυπρεπείς να αποδεικνύονται δυναμικοί κι ευφάνταστοι εραστές, και το αντίθετο, άντρες καθόλα αρρενωποί, αποκλειστικά και μόνο ερωμένοι. Όμορφοι, κι όμως πάνω στο σεξ παγεροί και αδιάφοροι, αντίθετα, άσχημοι, κι ωστόσο φλογεροί και συναρπαστικά ερωτικοί. Φιγούρες στο κίτρινο φως της γυμνής λάμπας ή στις αχτίδες της μέρας ψηλά από τις αναφωτίδες. Όμως και τι περίεργο, στη μνήμη σώζεται κάτι από το περίγραμμα των όγκων τους μόνο, λίγο η κίνηση, αλλά κι αν κάποιο μέλος του σώματός τους ιδιαίτερα, είναι μια αδρή πινελιά, ποτέ σύνολο γραμμών καθαρών, ευκρινών, και τα πρόσωπά τους ακόμα, αυτά ειδικά όσο τα ακινητοποιεί καταλήγουν σκοτεινές χοάνες, σκούρες μολυβί κοιλότητες στη θέση των κεφαλιών τους, αλλά μήπως έτσι γενικά καταχωρίζονται στη μνήμη τα πρόσωπα, προσπάθησε να ανακαλέσει δικούς του ανθρώπους, φευγαλέα φωτιζόταν ένα κομμάτι τους μόνο, ύστερα πάλι σκοτείνιαζε, ρουφιόταν από τη χοάνη, όμως παράλληλα αιωρούνταν η ταυτότητά τους περίπου σαν έννοια πάνω απ’ αυτή τη χοάνη, σαν γραμμένη λέξη, παρόλο που ούτε γραμμένη ούτε λέξη, μόνο το περιεχόμενό της, η έννοια του διακριτού προσώπου. Μία σκοτεινή χοάνη, θολές και φευγαλέες λεπτομέρειες, και στο κέντρο η έννοια όχι η λέξη, «η μάνα μου», για παράδειγμα. Πράγματι, δυσκολευόταν να σταθεροποιήσει στο νου του ακόμα και το πρόσωπο της μητέρας του.
Μεσημέρι, η θερμοκρασία ανέβαινε, ο ήχος των τζιτζικιών έμοιαζε να πυκνώνει τους ίσκιους από το βαρύ ήλιο, αλλά και πότε – πότε φύσαγε λίγο αεράκι. Ύστερα, σταδιακά θα επέστρεφε ξανά το σφίξιμο, οι δύσκολες ανάσες.

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Για τους τιμώντες την ελληνική γλώσσα -και φέτος.

Μετά το περσινό μου ταξίδι στην Κρήτη, είχα αναρτήσει ένα σημείωμα εδώ για τις ωραίες φόρμες στα κηδειόσημα του Ρεθύμνου, δεν ήξερα αν ήτανε σε χρήση και στο υπόλοιπο νησί.
Να θυμίσω ένα απόσπασμα από εκείνη την ανάρτηση: "...κάποιοι λόγιοι, λοιπόν, ίσως εκπαιδευτικοί, ενδεχομένως ιερείς, μακάρι και εργολάβοι κηδειών, κάποιοι πάντως που είχαν την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό να αγαπούν την καλή διατύπωση στην οικεία, τη μητρική τους γλώσσα, την ελληνική, εικάζω θα έφτιαξαν αυτές τις ωραίες φόρμες.

                                                          Αγγελτήριο Μνημοσύνου
Τελούμε μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του/της αγαπημένου/ης μας. Παρακαλούμε όπως προσέλθετε και προσευχηθείτε μαζί μας. Παρακαλούμε τους τιμώντας τη μνήμη του/της όπως παραστούν σ’ αυτό.
Αγγελτήριο Θανάτου
Τον/τη λατρευτό/ή μας … ετών … κηδεύουμε ημέρα … … … … και ώρα … από την οικία μας. Η νεκρώσιμος θα ψαλεί στον Ιερό Ναό … Η ταφή στο κοιμητήριο … Παρακαλούμε τους τιμώντας τη μνήμη του/της όπως συνοδεύσουν την εκφορά του/της.
Οι συγγενείς …

Φέτος κουβάλησα έως και φωτογραφικά τεκμήρια. Τα κηδειόσημα με τα ωραία ελληνικά τα συνάντησα παντού. Από τα Χανιά ως τη Σητεία, στον Άγιο επίσης και στο Ηράκλειο, σε χωριά κάτω στο Λιβυκό. Δεν αποκλείεται να συνηθίζονται και σε άλλη περιφέρεια, φέρ' ειπείν στη γειτονική της Κρήτης νοτιοανατολική Πελοπόννησο. Θα χαιρόμουν, παρόλο που θα μου χαλούσε αυτή την πολύ γοητευτική εντύπωση ενός τόπου που εννοεί να διατηρεί ιδιώματα, να επιμένει στα ιδιοχαρακτηριστικά του λίγο έως πολύ, από την προφορά στην ομιλία ως την τρέχουσα μουσική ντόπια παραγωγή, αλλά και σε πολύ καθημερινά πράγματα. Κρητικό και το μανάβικο, ας πούμε, ή ακόμα και το σουπερμάρκετ. Από τα τοπικά προϊόντα μέχρι και την όλη χωροθέτηση του μαγαζιού.
Στήνω αυτί για τους ουρανικούς φθόγγους (κ, γ, χ), ιδίως στην ανατολική Κρήτη, νομίζω δεν υπάρχουν πιο εύηχα αλλόφωνα συμφώνων, τρελαίνομαι να ρουφάω ολόκληρες κουβέντες από διπλανά τραπέζια ή και στους δρόμους, στα μαγαζιά, όχι τα νοήματά τους, το τι λένε, μόνο τον ήχο της ομιλίας τους. Οι Κρητικοί -οι Κύπριοι ακόμη περισσότερο- συγκαταλέγονται στους πιο υπερήφανους για τη διάλεκτό τους ελληνόφωνους. Στην ίδια νοτιοανατολική νησιωτική διάλεκτο (ανατολική Κρήτη, Δωδεκάνησα, Κύπρος) υπαγόμαστε κι εμείς, μόνο που εμείς σχεδόν την απωλέσαμε. Πολύ σπάνια μιλούμε τις ντοπιολαλιές μας, και οι νεότεροι σχεδόν καθόλου. Άρα, όταν ένα Κρητικόπουλο βλέπει τηλεόραση, ακούει την νεοελληνική (αττική) κοινή, δεν ακούει ούτε νογάει ακριβώς τους δικούς του, ένα Κωτάκι αντίθετα ή Ροδιτάκι νομίζει ότι ακούει τα μοντέρνα, τα καλά νεοελληνικά -και είναι κρίμα.

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Στην Κρήτη –είκοσι χρόνια μετά την πρώτη φορά.



Ήτανε αργά το απόγευμα μιας από τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου του 1997, με πολλές ώρες καθυστέρηση αράζαμε στο λιμάνι της Σητείας. Ταξίδευα με πλοίο, για να μεταφέρω το τότε αυτοκινητάκι μου, ένα Clio Renault. Το πλοίο το λέγανε Romilda, ξεκίναγε από Αλεξανδρούπολη, άγονη γραμμή, μετά την Κω έπιανε Ρόδο, Χάλκη, Κάρπαθο (Διαφάνι και Πηγάδια), Κάσο, κατέληγε Σητεία. Θυμάμαι τη στιγμή που από την μπουκαπόρτα στην αποβάθρα έψαχνα την πρώτη εντύπωση της κοντινότερης σε μας κρητικής πόλης, σούρουπο, όλα τα θυμάμαι αμυδρά βέβαια, αλλά και δεν ξέρω γιατί ή από ποιους άδηλους συνειρμούς τη Σητεία θα την έδενα από τότε με την Κω του ’60. 
Ταξίδι προς την Κρήτη που επανέλαβα και το 1998 και το 2000, και που θύμιζε τα φοιτητικά καλοκαίρια του ’80 με τα σλίπινγκ μπαγκ, τους υπνόσακους και τις σκηνές, στις παραλίες των παρθένων ακόμα Κυκλάδων. Πάνω κάτω θάλασσες βουνά χωριά πόλεις στη δίχως όρια στις αντιθέσεις μεγαλόνησο, κι όπου μας έβγαζε το τέλος της μέρας παίρναμε από το αυτοκινητάκι – ντουλάπα τα χρειώδη, νοικιάζαμε για ένα βράδυ κάποιο δωμάτιο, αρκούσε να έχει καθαρά σεντόνια και μπάνιο.

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Nα τους παρηγορήσει τ' αηδονάκι τους.


Carla Morrison (19 Ιουλίου 1986 -) Te Regalo / Σου δίνω.
Κάρλα Μόρισον και 1, 2, 3. 

Να γίνει η φωνή της ἡδὺ καὶ λιγυρὸν αεράκι, παραμυθία τρυφερή στις ψυχές των δοκιμαζόμενων Μεξικανών.

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Μαίρη Αδαμοπούλου: Αντώνης Νικολής / Παιχνίδια του μυαλού και της ψυχής.


Παιχνίδια του μυαλού και της ψυχής

Ένα βιβλίο, που αν και θυμίζει αστυνομικό, είναι περισσότερο μια τραγωδία, αντλεί υλικό από τα πλούσια κοιτάσματα του ανθρώπινου ψυχισμού για να θίξει ζητήματα που ακόμη δεν έχουν λυθεί στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας

  | ΤΑ ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο,16/09/2017 08:00. |
Τα βιβλία του 57χρονου Αντώνη Νικολή που κυκλοφορούν ήδη είναι: «Το Σκοτεινό Νησί», νουβέλα (2008), η τριλογία «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα», νουβέλα (2014) και τα μυθιστορήματα «Διονυσία» (2012) και «Ο θάνατος του μισθοφόρου» (2016)
Παιχνίδια του μυαλού και της ψυχής 
Μια στιγμή αρκεί για να μετατρέψει έναν ήσυχο και μοναχικό σαρανταπεντάχρονο φιλόλογο, που ζει στη γενέτειρά του, την Κω, σε δολοφόνο. Αρκεί για να τεμαχίσει τη ζωή του στα δύο ή ακόμη και στα τέσσερα: στην εποχή πριν γνωρίσει το θύμα του, τον Γιούρι, και στην περίοδο μετά. Και στην εποχή πριν από τη δολοφονία και σε εκείνη που ακολουθεί. 
Ποια είναι όμως εκείνη η στιγμή στο μυθιστόρημα του Αντώνη Νικολή «Ο θάνατος του μισθοφόρου» που βαραίνει περισσότερο; Η διαρκείας; Εκείνη που η παρουσία του νεαρού επαγγελματία οπλίτη αρχίζει σαν μικρόβιο να μολύνει σταδιακά τη σκέψη του κεντρικού του ήρωα, του Ηλία, μέχρι να την κυριεύσει; Ή μήπως εκείνη που σε μια κίνηση αυτοάμυνας ο φιλόλογος θα σκοτώσει ακούσια τον άνδρα που θα μπορούσε να είναι «ο γιος που δεν είχε, ο ιδανικός μαθητής που δεν είχε, που ήτανε η εικόνα της ομορφιάς στην όψη και στον εσωτερικό του κόσμο, τα νιάτα, συνεκδοχικά η ζωή»;
Ο αναγνώστης θα πρέπει να απαντήσει αφού αφεθεί στις σελίδες όπου ξεδιπλώνεται η ιστορία του κουρασμένου και αφημένου στη ρουτίνα του Ηλία, του οποίου η ζωή θα αλλάξει δραματικά όταν στην καθημερινότητά του θα εμφανιστεί ο αρρενωπός, ευγενής, αλλά ελάχιστα καλλιεργημένος νεαρός, ο οποίος θέλει να κερδίσει τον χαμένο χρόνο της εφηβείας και έχει επιστρέψει στα θρανία. Ο καθηγητής θα προσφερθεί να του κάνει δωρεάν ιδιαίτερα μαθήματα για να αποκτήσει οικειότητα μαζί του. Κι αν η έλξη που αισθάνεται προς τον νεαρό δεν είναι σεξουαλική, όπως υποστηρίζει, το υποσυνείδητό του αποδεικνύεται πιο ισχυρό. Είναι εκείνο που σε μια στιγμή αδυναμίας θα παρακάμψει τη λογική, θα εκφραστεί με δυο αθώα χάδια στο στέρνο, αρκετά όμως για να πυροδοτήσουν τις εξελίξεις για τις οποίες μας προϊδεάζει ο τίτλος.
Πάθη και εμμονές 
Ολα από εκεί και στο εξής θα γίνουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο Ηλίας θα καταφέρει να ξεφορτωθεί τη σορό του Γιούρι, όχι όμως και τον πόθο του, τις ενοχές και τις εμμονές του για τον νεαρό. Κι αν τα χαρακτηριστικά ενός αστυνομικού μυθιστορήματος βρίσκονται σε πρώτο πλάνο, ο έμπειρος αναγνώστης γρήγορα διαπιστώνει πως το κείμενο δεν εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία, αλλά ουσιαστικά φέρει όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν μια τραγωδία: έλεος, φόβο και κάθαρση. 
Ο συγγραφέας σκάβει σε βάθος, στα μαλακά μέρη της ανθρώπινης ψυχής, εκεί όπου όλα είναι ρευστά και ομολογητέα, προτού βγουν ακόμη στην επιφάνεια και παγώσουν από τις κοινωνικές συμβάσεις, αλλά και το βλέμμα των τρίτων για να ερμηνευθούν ανάλογα με τα δικά τους «γνωρίζω» και «θέλω». Αφήνει πάθη κι εμμονές να εκφραστούν όπως πραγματικά καταλαμβάνουν τον νου και την ψυχή. Λειτουργεί ως καθρέφτης μέσα από τον οποίο όταν κοιτάζονται οι χαρακτήρες του, δεν αποκαλύπτονται απλώς, αλλά αφήνουν πάνω στο γυαλί να χαραχθεί ακόμη κι η παραμικρή αμυχή που φέρουν στα κατά τα άλλα αθέατα σωθικά τους. Και μέσα από αυτά τα παιχνίδια του μυαλού και της ψυχής που θα ταλανίσουν τον Ηλία στη μετά Γιούρι εποχή θα έρθει η κάθαρση. Μια καθαρτήρια λύση που θα δώσει ο ίδιος ο δράστης ύστερα από μια δύσκολη διαδρομή και η οποία θα του χαρίσει σε μια άλλη πραγματικότητα τη συντροφιά του ανθρώπου που αθώα αποζητούσε σε τούτη τη ζωή.
Ηδυσμένος λόγος
Η τραγωδία όμως δεν χαρακτηρίζεται μόνο από έλεος, φόβο και κάθαρση, αλλά και από ηδυσμένο λόγο, τον οποίο υπηρετεί η εξαιρετική γραφή του Αντώνη Νικολή με τα άψογα ελληνικά και χωρίς διάθεση εκζήτησης. Μια γραφή που διατηρεί ισορροπία με την πλοκή, χωρίς να τη «στραγγαλίζει», και επιτρέπει στον αναγνώστη να απολαύσει κάθε λεπτή απόχρωση των χαρακτήρων οι οποίοι σκιαγραφούνται με λεπτομέρεια μικροσκοπίου και ακρίβεια χειρουργικής λεπίδας. Τεχνική που ενδεχομένως υποσυνείδητα να σχετίζεται με τις πανεπιστημιακές σπουδές του συγγραφέα, καθώς ξεκίνησε από την ιατρική πριν αφιερωθεί στη φιλολογία. 
Με αφορμή δε τους συμπαγείς και καλοχτισμένους χαρακτήρες, ο συγγραφέας τολμά να θίξει ζητήματα που ακόμη και σήμερα δεν έχουν λυθεί στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, όπως η αμφισεξουαλική ταυτότητα του Ηλία. Δεν διστάζει να περιγράψει τη σεξουαλικότητα όπως εκφράζεται στη σχέση του ήρωά του, είτε συναναστρέφεται με άνδρες είτε με την εξ αποστάσεως σύντροφό του (τη Μερόπη που ζει στην Αθήνα), με λεπτομέρεια, ζωντάνια και ακρίβεια, τόσο που ενώ ο αναγνώστης μπορεί να εισπράξει ακόμη και την ερεθισμένη ανάσα των ηρώων, δεν υπάρχει ούτε υποψία πορνογραφικής διάθεσης. Παρακολουθεί τις επιπτώσεις της κρίσης στη ζωή των Ελλήνων, εντάσσει την υπόθεσή του στο πλαίσιο της «κλασικής» ελληνικής οικογένειας που διατηρεί αρκετά ισχυρούς ακόμη δεσμούς, ενώ η προσοχή του σε κάθε λεπτομέρεια, ώστε να μην αμφισβητείται ως φανταστικό το σκηνικό του, φτάνει σε σημείο να τεκμηριώνει με ιατρικά δεδομένα τις συνθήκες θανάτου του Γιούρι, αλλά και να παρουσιάζει με επιστημονική ακρίβεια τα μνημεία που μελετούσε στον ελεύθερο χρόνο του ο Ηλίας.
[Αντώνης Νικολής
Ο θάνατος του μισθοφόρου
Εκδ. Ροδακιό, 2016, σελ. 296
Τιμή: 17 ευρώ]


(Η κα Μαίρη Αδαμοπούλου.)

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Όταν σκάει δίπλα τους αυτοπροσώπως ένας Καβάφης.

Αντώνης Νικολής, Όταν σκάει δίπλα τους αυτοπροσώπως ένας Καβάφης*

Ο Γιώργος Κατσίμπαλης
Ο Γιώργος Κατσίμπαλης
favicon
Ο Γιώργος Κατσίμπαλης (1899 -1978) δεν ήταν οποιοσδήποτε, βέβαια. «Εμψυχωτής της γενιάς του ’30», «πατριάρχης της βιβλιογραφίας της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας», αυτός που φιλοδόξησε και όσο κανείς ενσάρκωσε το ρόλο του ισχυρού παράγοντα περί τα ελληνικά γράμματα στον καιρό του, και που κατά πως τα φέρνει η ζωή, (ἵνα μὴ εἴπω και η κορωνίδα της λογοτεχνίας, δηλαδή η ειρωνεία), έμελλε και να συναντηθεί με έναν τουλάχιστον, και δη αυτόν τον Καβάφη.
Έρχεται κάποια στιγμή, θέλω να πω, μάλλον αναπόφευκτη, που αυτό με το οποίο καταγίνεται ο ζηλωτής της λογοτεχνίας, για το οποίο φαίνεται να τρώγεται ολημερίς, η ιδιοφυΐα του μεγάλου δημιουργού, στέκεται απέναντι του, μπορεί επιτέλους κάπως να την περιεργαστεί. Είτε ως έργο, και που συνήθως δε συγκαταλέγεται στα αρεστά του σιναφιού, (η πλειονότητα του οποίου κατασκευάζει ή περίτεχνα απομιμείται το ήδη παρωχημένο ή δεδομένο, και στην καλύτερη περίπτωση φτάνει ίσαμε την αδύναμη εκδοχή του άξιου να συντελεστεί), και καθώς ο ζηλωτής μας θέλει να καμώνεται και τον αρμόδιο μελετητή, είτε ως αυτοπρόσωπη παρουσία τον ίδιο το δημιουργό, απ’ τον οποίο ελπίζει να εκμαιεύσει καίριες μαρτυρίες για το ιδιοφυές από την άποψη του ύφους έργο του.

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Απόκρυφες πράξεις Παύλου και Θέκλας.

[Απόκρυφες πράξεις Παύλου και Θέκλας, (ανωνύμου), από την έκδοση των Δέσποινα Ιωσήφ και Μαρώ Τριανταφύλλου, (εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια), εκδόσεις Κατάρτι, Αθήνα 2008, σελ. 109.]

Πολλοί από τους πρώτους μάρτυρες / αγίους θεωρούνται "φιλολογικοί", δηλαδή φανταστικοί ήρωες μυθιστοριών που συντίθενται όταν ακόμα ανθεί το αρχαίο μυθιστόρημα, το 2ο μ.Χ., αλλά και τους αμέσως επόμενους αιώνες, και διαβάζονται από το αναγνωστικό κοινό το εθισμένο στα μυθιστορήματα και που έχει προσηλυτιστεί στη νέα θρησκεία. Από πολλούς η ιστορικότητα της αγίας Θέκλας αμφισβητείται.
Κατά το κείμενο του ανωνύμου (πιθανότερο της ανωνύμου) συγγραφέως, δεκαεπτά χρονών κοπέλα, η Θέκλα, ζει στο Ικόνιο, κόρη της σκληρής Θεόκλειας και μνηστή του πλέον εύπορου στην πόλη, του Θάμυρη, ακούει όμως από το παράθυρό της το κήρυγμα του φιλοξενούμενου στο διπλανό της σπίτι αποστόλου Παύλου, κήρυγμα στο οποίο προέχει η προτροπή προς τον παρθενικό βίο, το κορίτσι ενθουσιάζεται, ακολουθεί κήρυκα και βίο. Θα διωχθεί, ουσιαστικά για την επιλογή της αγνείας, όμως τις φλόγες της πυράς στην οποία καταδικάζεται θα σβήσει κατακλυσμιαία θεόθεν βροχή, το ίδιο και στην Αντιόχεια αργότερα, από τον εκεί άντρα που θα την ερωτευθεί, τον Αλέξανδρο, έναν προμηθευτή θηρίων της αρένας, επάγγελμα πολύ προσοδοφόρο της εποχής, θα καταδικαστεί ξανά, αυτή τη φορά στα θηρία, που κι αυτά δε θα την κατασπαράξουν. Θα επιστρέψει στο Ικόνιο, θα καταλήξει στη Σελεύκεια, όπου κατά μεταγενέστερες προσθήκες του κειμένου, θα ζήσει έξω από την πόλη, σε σπηλιά, 72 χρόνια διαιτώμενη μόνο με αγριόχορτα και νερό, και θαυματουργώντας. Θα "κοιμηθεί" σε βαθύ γήρας, ενενηκοντούτις.

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Ημέρα μνήμης και περισυλλογής.



Χρειάστηκαν πολλά εκατομμύρια κατεστραμμένες ζωές στην Ευρώπη (κυρίως αλλά και τον υπόλοιπο πλανήτη) κατά τον 20ό αιώνα για να αντιληφθούμε πόσο θεμελιώδεις για την ευημερία των κοινωνιών όσο και αλληλένδετοι είναι ο πολιτικός φιλελευθερισμός / η φιλελεύθερη δημοκρατία και η ελεύθερη οικονομία.
23 Αυγούστου, ημέρα που ανακαλούμε στη μνήμη τα θύματα των (κατ' αλφαβητική σειρά) εθνικοσοσιαλιστικών και κομμουνιστικών καθεστώτων της ηπείρου (αλλά και του πλανήτη όλου).

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Ένα πολύ τιμητικό δώρο.


Ο Χρήστος Παπανίκος, ο πολύ καλός γελοιογράφος, ο ευαίσθητος σκιτσογράφος, μαζί με τις ευχές του χτες στο inbox, μου έστειλε ένα πολύ τιμητικό δώρο: σχεδιασμένο από το πενάκι του, το σκίτσο - πορτρέτο μου. Δε γνωριζόμαστε, παρακολουθώ βέβαια και θαυμάζω τη δουλειά του, αλλά και γι' αυτούς τους λόγους, ακόμη περισσότερο, καταχωρίζω τη χειρονομία του στις πιο ευγενικές που δέχτηκα ποτέ.

[Ο Χρήστος Παπανίκος, από την εικόνα προφίλ του στο facebook.]

(Από το χρονολόγιο του Χ.Π., fb, 20/8/2017: "Βαρκελώνη 17/8/2017".)

Μα την Αδράστεια, 57.





Μα την Αδράστεια, 57. Ολογράφως: πενήντα επτά.
Σας ευχαριστώ όλους. Αντεύχομαι με πολλή θέρμη.

(Για τις χτεσινές ευχές σε fb, timeline και inpox, και sms.)

[Φωτογραφία: Παλέρμο, 10/7/2017, σε panineria και focacceria στην Piazza Marina.]

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Το φούλι το ινδικό και το φούλι το αφρικανικό.


Plumeria / πλουμέρια ή ινδικό φούλι (άλλες κοινές ονομασίες: αιγυπτιακό φούλι ή ροδίτικο φούλι ή φραντζιπάνι) -εδώ στη λευκοκίτρινη ποικιλία του. Σε Ρόδο, Κω και Κρήτη -το θυμάμαι σίγουρα σε Ιεράπετρα και Μάταλα- συχνό στα παρτέρια, συνήθως δεντράκι, φυλλοβόλο τους χειμερινούς μήνες, με ταξιανθίες ανθισμένες σχεδόν όλο το καλοκαίρι, με λεπτό, ιδιαίτερο, εντονότερο τα βράδια άρωμα. Απ' αυτά τ' ανθάκια φτιάχνουν στη Χαβάη και τ' άλλα νησιά του Ειρηνικού τις λουλουδένιες γιρλάντες που κρεμάνε στους λαιμούς.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Επουλώνοντας ρωγμές.

Στην Κω, τρεις εβδομάδες μετά το σεισμό. Γράφει ο Αντώνης Νικολής. 
Andro, 12.08.2017

[Η μουσουλμανική κρήνη στο τζαμί της Λότζιας προ του πρόσφατου σεισμού, φωτογραφία Θανάσης Νικολής.] 

Ο χρόνος από την αποφράδα Παρασκευή μετράει πια σε βδομάδες. Είπα την πρώτη Παρασκευή αργότερα, πάει κιόλας μια βδομάδα, τη δεύτερη, πάνε δυο, με τη χτεσινή, τρεις. Είχα μαζέψει λάπτοπ και σημειώσεις από τη βεράντα της αυλής, έκλεινα παράθυρα, πόρτες, και –που δεν το συνηθίζω-, μάλλον για τις ώρες του ύπνου που υπολείπονταν ή το πότε θα ξυπνούσα, κοίταξα το ρολόι στον τοίχο της κουζίνας: 01.31, κι ήτανε πάνω στη στιγμή που θα ξεκίναγε το κακό. Οι τρομερές δονήσεις, σαν να μας ξεριζώνανε συθέμελα, ο θόρυβος, η βουή, η συσκότιση. Κράταγα το κινητό, πρόλαβα κι ένα μακρομάνικο για τη νυκτερινή ψύχρα, πετάχτηκα έξω απ’ το σπίτι. Η πόλη στο δυτικό ορίζοντα αντηχούσε από φωνές, συναγερμούς που ενεργοποιήθηκαν, ο νυχτερινός θόλος ακόμα, που δεν ξέρω από ποια μη ρεαλιστική εντύπωση θα τον θυμάμαι σαν κίτρινο, όλα έδειχναν ότι συντελούνταν ο… επαπειλούμενος από χρόνια «μεγάλος». «Αργεί ο μεγάλος, και θα παραείναι καταστροφικός», μουρμούραγε ο πατέρας μου ήδη από τη δεκαετία του ’70, για το μεγάλο σεισμό που καθυστερούσε να συμβεί. Ο προηγούμενος ήτανε του 1933, και τα ίχνη του τα βρίσκουμε έως και στη λαλιά μας. Δεν υπάρχει Κώος να μην έχει πει ή κατανοήσει τη διάκριση: προσεισμική και μετασεισμική (από εκείνο το σεισμό) Κως.
Φως, νερό, σταθερό τηλέφωνο, κομμένα όλα. Με την εφαρμογή του φακού στο κινητό έλεγξα πρόχειρα τις ζημιές: η βιβλιοθήκη από τον ένα τοίχο είχε πέσει πλακώνοντας καρέκλες - γραφείο, τα τζαμάκια θρύψαλα και τα βιβλία σκορπισμένα και σωριασμένα ως τη βιβλιοθήκη του απέναντι τοίχου, φωτιστικά, γυαλικά, η γλάστρα μαζί με την ανθοστήλη, αλλά και δόξα τω Θεώ επρόκειτο μόνο για ζημιές αντικειμένων κι επίπλων, ούτε μια ρωγμή σε σοβάδες. Ήδη οι κινητές τηλεφωνίες λειτουργούσαν, στο εικοσάλεπτο απάνω πρόλαβα να μιλήσω με δυο - τρεις από τους πολύ οικείους, έμενε η αγωνία για τους γονείς, περασμένα ογδόντα με βαριά βαρηκοΐα αμφότεροι, δεν άκουγαν φωνές, τηλέφωνα,  το ρόπτρο, αμπαρωμένοι, χρειάστηκε να σπάσουμε την εξώπορτα, ούτε θα ξεχάσω με πόδια που τρέμανε πώς ανέβαινα στο υπνοδωμάτιό τους -ευτυχώς όλα καλά κι εδώ.
Μερικά δευτερόλεπτα – η απόλυτη διαστολή του χρόνου. Η πόλη, το νησί γέμισε ιστορίες, ο καθένας τη δική του, υγρά μάτια, τρέμουλο στα χείλη, η έγνοια για τους αδύναμους, για τις στριγκλιές των παιδιών στο πάνω κρεβάτι της κουκέτας, για τους ηλικιωμένους γονείς που βγήκαν στους δρόμους μονάχοι, σαστισμένοι, ανηφορίζοντας μαζί μ’ εκατοντάδες όλων των ηλικιών προς τις εξοχές, το βουνό, τρομαγμένοι από τη θάλασσα που ανέβηκε σε ύψος κοντά ένα μέτρο στην προκυμαία και τον παραλιακό του λιμανιού, τις φήμες για φονικό επερχόμενο τσουνάμι. Οδηγώντας από το σπίτι στο εξοχικό των γονιών μου, η ακόμα δυσκολότερη εικόνα: τουρίστες στα πεζοδρόμια και τους κήπους των ξενοδοχείων τυλιγμένοι με σεντόνια ή πετσέτες. Τα πρώτα δάκρυα, οι σιωπηλοί σπασμοί. Το είδα σε πολλά πρόσωπα κι όταν ξημέρωσε: ντρεπόμασταν τους ξένους μας, σαν γιατί φταίγαμε εμείς. Είμαι σίγουρος, ποτέ άλλοτε δεν ήμαστε τόσο φιλόξενοι. 

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Μόνο φοιτήτριες και δημόσιοι υπάλληλοι (2010 / 2017).

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ που πρωτοείδα το Δεκέμβριο του 2010 -είχα κάνει και σχετική ανάρτηση:

Σε πολυκατοικία επί της Λέλας Καραγιάννη στο ύψος της Σικίνου, στην Κυψέλη, είναι κολλημένο ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ με πλαστικοποιημένη πρόσθετη σελίδα, όπου μαζί με οκτώ σχετικές φωτογραφίες αναγράφονται με κεφαλαία τα εξής: ΔΥΑΡΙ 65 τμ, 2ος , ΕΠΙΠΛΩΜΕΝΟ, ΜΕ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΣΜΟ (A/C), ΦΡΕΣΚΟΜΠΟΓΙΑΤΙΣΜΕΝΟ, ΦΩΤΕΙΝΟ, ΜΟΝΟ ΦΟΙΤΗΤΡΙΕΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ (το τελευταίο, επιπλέον, μαρκαρισμένο με κίτρινο υπογραμμιστή).

Και το σχόλιό μου τότε: Είχα καιρό να διαβάσω ένα κείμενο τόσο εύγλωττο για τα όσα ο συγγραφέας -το πιθανότερο εν αγνοία του- υποδηλοί.  

Τώρα, σχεδόν επτά χρόνια αργότερα, ξανά το ίδιο ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ, και ας μη γελιόμαστε, τώρα κι αν είναι όντως φερεγγυότεροι νοικάρηδες οι (πριγκίπισσες των πατεράδων τους) φοιτήτριες και οι δημόσιοι υπάλληλοι, που σημαίνει πως ούτε η ουσιαστική χρεοκοπία έπαψε να επικρέμαται πάνω απ' τα κεφάλια μας ούτε η μίζερη στασιμοχρεοκοπία που ήδη βιώνουμε κάπως ελάφρυνε∙ τουναντίον.

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Οι ίριδες.

Vincent van Gogh (1853-1890), Ανθοδοχείο με ίριδες, 1890.

9 Απριλίου 2017. (Λεπτομέρεια: το επιδαπέδιο φωτιστικό του φόντου συγκαταλέγεται στις ζημιές κατά τον πρόσφατο σεισμό -το καπέλο του θρυμματίστηκε.)

Σε σημείο του κήπου, πρώτες μέρες του περασμένου Απριλίου. Οι ίριδες, που εμείς εδωκάτω τις λέμε καρακάξες.

Vincent van Gogh, Οι ίριδες, 1889.


Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Καλογραμμένο είναι αυτό που...





(Από τα ημερολόγια του Robert Musil, 1.11.1932.)

Καλογραμμένο είναι αυτό που, μετά από λίγο καιρό, εντυπωσιάζει τον συγγραφέα του ως κάτι ολότελα ξένο -δεν θα μπορούσε ποτέ να γράψει κάτι ανάλογο δεύτερη φορά. Μια τέτοια ιδέα (έκφραση) δεν προέρχεται από το απόθεμα από το οποίο αντλούμε τις λέξεις για τις καθημερινές συναλλαγές μας. 







[Από την εξαιρετική ανθολόγηση ημερολογιακού υλικού που εκπόνησε η Κατερίνα Σχινά: Μυστικά του συρταριού / Η τέχνη και οι τεχνίτες της ημερολογιακής γραφής, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2016, σελ. 542, το παρόν απόσπασμα από τη σελ. 268.]



Άλλες αναρτήσεις σχετικές με το το έργο του R. M. (1, 2).

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Αντώνης Νικολής: Απανωτά σβουριχτά φιλιά στον Σαν Καλότζερο.

(Andro, 27/7/17) http://www.andro.gr/apopsi/san-calogero-agrigento/



(Ταξιδιωτικό αφήγημα προς διαπορούντες ορθολογιστές συμπατριώτες)

Σε πρόσφατο ταξίδι μου στη Σικελία και καθοδόν από Ραγκούσα προς Αγκριτζέντο, τον αρχαίο Ακράγαντα, στο μπροστινό κάθισμα του λεωφορείου ηλικιωμένος κύριος έλεγε ότι το ίδιο βράδυ Παρασκευής και τις επόμενες δύο μέρες ολοκληρώνονταν οι γιορτές της πόλης στον San Calogero, τον άγιο Καλόγηρο. Αναλογίστηκα το όνομα, το επιχωριάζον στη Σικελία, και που εύκολα εντυπώνεται λόγω της ελληνικής του προέλευσης, το όνομα Καλότζερο, αλλά ίσαμε κει, δεν έδωσα περισσότερη βάση. Το μεσημέρι της μεθεπομένης, στη via Atenea, από τις κεντρικές του Agrigento, προπορευόταν μία μπάντα, ακολουθούσαν ιππήλατες άμαξες, αμαξώματα και υποζύγια στολισμένα, τα πρώτα με λογής γιρλάντες και διακοσμητικά χειροτεχνήματα κυρίως με στάχυα, τα άλογα με πλεγμένες σε πλεξίδες τις χαίτες και με λοφία πολύχρωμα στις κορφές των κεφαλιών τους, οι αμαξηλάτες με τοπικές ενδυμασίες, όμως και κατσίκες στην πομπή, κι αυτές με εορταστικές ταινίες -υπέθεσα κατάλοιπα από πομπές αρχαίων θυσιών-, πάλι δεν έδωσα βάση. Κάπως ανέτρεχα στις festas populares, τις λαϊκές γιορτές της Λισαβόνας και του Πόρτο για τον Santo António (της Πάντοβας) και τους São João και São Pedro, στις οποίες είχα τύχει αρκετές φορές τα χρόνια που η Πορτογαλία μονοπωλούσε τα εκτός Ελλάδος ταξίδια μου -υπάρχει κάτι κοινό στις καθολικές λαϊκές γιορτές που επιβιώνουν ως τις μέρες μας, και (που ασύμβατες εν πολλοίς προς τη σύγχρονη ζωή) αναγκαστικά με αρκετό κιτς.

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Κως, 21 Ιουλίου 2017, ώρα 01.31.

Χρόνια αγωνιούσαμε για τον επόμενο μεγάλο σεισμό.
Ο προηγούμενος ήτανε το 1933, πριν από 84 χρόνια.
Απόψε δεν κοιμηθήκαμε. Ούτε οι ξένοι μας.
Ας ελπίσουμε πως το κακό εκτονώθηκε.

Το σφίξιμο στην καρδιά μας εδωκάτω ψελλίζει δυο λέξεις: νησάκι μου.

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Οι δημόσιες βρύσες της Ρώμης.


Οι δημόσιες βρύσες στη Ρώμη -περισσότερες από 2.000 μαθαίνω γκουγκλάροντας- που οι Ρωμαίοι τις λένε nosoni, μεγάλες μύτες, τρέχουν ασταμάτητα πολύ δροσερό νερό, σπάνια βρίσκεις ν' αγοράσεις περισσότερο παγωμένο, ευχάριστα δροσερό ακόμα και στο καταμεσήμερο και σε καύσωνα και στο Forum Romanum, θέλω να πω και από βρύση που τη χτυπάει κάθετα ο ήλιος του Ιουλίου. (Πρέπει να υπάρχουν και στη Νάπολη τέτοιες βρύσες, θυμάμαι μία κοντά στην Πιάτσα Μπελίνι, όμως σπάνια το ίδιο δροσερή, και σε άλλες ιταλικές πόλεις πρόχειρα που φέρνω στη μνήμη τώρα, οι παρόμοιες είναι συνήθως ξερές.)
Οι φωτογραφίες από τη βρύση στη via della Madonna dei Monti, δίπλα στο σιντριβάνι, ένα από τα σημεία της Ρώμης όπου τα βράδια συναθροίζεται και βεγγερίζει νεαρόκοσμος, συνήθως με μπύρες από φτηνά διανυκτερεύοντα εκεί γύρω μινιμάρκετ.

(Ρώμη, 11/7/2017.)