Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Μία… μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία – 4) Η βάφτιση - η νανά μου η Φροσύνη.



Η μητέρα μου θυμάται Κυριακή του Θωμά, την άνοιξη του 1961 -10 Απριλίου έπεφτε το Πάσχα, άρα 17 Απριλίου-, να γίνεται η βάφτισή μου, και το σίγουρο, όπως φαίνεται κι απ’ τη φωτογραφία, στον Άγιο Νικόλαο στην Κω. Νονά μου - “νανά” μου στην ντοπιολαλιά του νησιού- η Ευφροσύνη Δερνίκα, το γένος Γεωργιάδου (1911-2000), αδελφή της μητρικής γιαγιάς μου.

[Στη φωτογραφία, δίπλα μας, η Τουλή Ρεΐση – Καθεκλάκη, κόρη της πιο στενής φίλης της νονάς και γειτόνισσάς της, της κυρα – Σεβαστούλας, πίσω μας η εξαδέλφη και επίσης γειτόνισσά της, η Ευθαλία / Εφταλία Σταματιάδου. Από τις εν λόγω γυναίκες εν ζωή πια μόνο η Τουλή Καθεκλάκη.]

Η νονά η Φροσύνη βάφτισε εμένα και τον μικρό μου αδελφό Λάμπρο, νανά όμως την αποκαλούσαμε και οι τρεις, με κάποιο τρόπο στο σπίτι μας η λέξη νανά όριζε μια βαθμίδα συγγένειας ανάμεσα στη μαμά και τη γιαγιά και αυτό όχι δίχως σοβαρό λόγο.
Η νονά ήτανε παντρεμένη με τον Λάμπρο Δερνίκα (1888-1950), είκοσι χρόνια μεγαλύτερό της, Τσακωνιάτη στην καταγωγή από πατέρα, και ο οποίος είχε καζαντίσει στη Βραζιλία, εύπορος για τα δεδομένα της εποχής και του νησιού, με ένα από τα κεντρικότερα και ωραιότερα σπίτια στην πόλη, και επίσης το μεγαλύτερο παντοπωλείο. Όταν η μικρότερη αδελφή της γιαγιάς και της νονάς, η θεία Διονυσία (1916;-1972), διορίστηκε στο χωριό της Κεφάλου δασκάλα, πρέπει στα μέσα της δεκαετίας του 1930, επί ιταλοκρατίας βέβαια, και που η διαδρομή από την πόλη της Κω ίσαμε την Κέφαλο ήταν υπολογίσιμο ταξίδι και συνήθως με μουλάρια, ο πατέρας μου τότε μικρό παιδί κι η μάνα μου βρέφος, άρα κάπου στο 1935, στην Κέφαλο δάσκαλος και διευθυντής του δημοτικού ήταν ο παππούς Αντώνης. Καλοδέχτηκε, φιλοξένησε τη νεοδιόριστη, γνωρίστηκε με τους συγγενείς της, και καθώς ανάμεσά τους ο Λάμπρος Δερνίκας ξεχώριζε για την εξωστρέφεια, την αγάπη του για την καλή παρέα και το φαγητό, και συνδέθηκε περισσότερο μαζί του ο παππούς, και όντας και καλός κυνηγός, στην πρώτη ευκαιρία τού ’στελνε πεσκέσι εκλεκτό κυνήγι.
Τα χρόνια πέρασαν, ο παππούς συμμετείχε στην Αντίσταση, αλλά και μετά την Ενσωμάτωση, στις δύσκολες συνθήκες της χώρας ύστερ’ απ’ τον εμφύλιο, πέρναγε τις ταλαιπωρίες του, και μάλιστα πάνω στα χρόνια που έμπαινε σε έξοδα για να μορφωθούν τα παιδιά του. Κατέβασε πρώτα τον μεγάλο γιο, έπειτα και τον μικρό για το (εξατάξιο) Γυμνάσιο, που ήταν ένα μόνο, και στην πόλη. Κάποτε, που έψαχνε και δυσκολευόταν να τους βρει δωμάτιο, συνάντησε τυχαία στον δρόμο τον Λάμπρο, «Τι έχεις, Αντώνη», τον ρωτάει, «κι είσαι έτσι σκασμένος;». «Να, δε βρίσκω μια κάμαρη για τους γιους μου.» «Ασυζητητί θα τους φέρεις σε μένα και τους δυο.» Εννοείται δωρεάν και όχι μόνο.
Η Φροσύνη και ο Λάμπρος ήταν άκληροι, τα δυο Νικοληδάκια πέρασαν σημαντικό μέρος της εφηβείας τους μαζί τους, οι οποίοι φρόντιζαν να μην τους λείπει τίποτε. Μόνη ανεψιά της νονάς η μάνα μου, το ειδύλλιο με τον μεγαλύτερο... επλέχθη, καταλυτικά συνέβαλε και η νονά, και ιδίως βοήθησε να συντηρηθεί στα χρόνια που ο μπαμπάς έλειπε στην Αθήνα για τις σπουδές του, η οποία νονά εντωμεταξύ είχε χηρέψει -ο θείος Λάμπρος απεβίωσε από έμφραγμα, μάλλον απ' το πολύ ζάχαρο, σε ηλικία 62 χρόνων, το 1950. Εύλογα, λοιπόν, και με τα χρόνια, η θέση της γυναίκας αυτής δεν ήταν μόνο της θείας στο σπιτικό μας. Ας πούμε πως η δική μας οικογένεια υπήρξε, και τους το αναγνώριζε, και προϊόν της γενναιοδωρίας εκείνων των θείων.
Ο παππούς ο Αντώνης δεν παρέλειπε να μου θυμίζει, «Την αγάπη σου που αναλογεί σε μένα και τη γιαγιά σου (τη γυναίκα του Καλλιόπη) να τη δίνεις διπλή και τριπλή στη Φροσύνη», κι απ’ την ευγνωμοσύνη του δάκρυζε. Στην τρίτη εγκυμοσύνη της μαμάς, ο μπαμπάς που δε βαστιόταν πια για την κόρη, με έτοιμα και τα κοριτσίστικα μωρουδιακά, δε θα της έδινε το όνομα της μάνας ή της πεθεράς του, θα τη βαφτίζαμε Φροσύνη, κι όταν τελικά είδε κι απόειδε που τριτώσαμε οι γιοι, «ανέστησε» τον κοντινότερο σ’ εκείνην, δηλαδή τον θείο Λάμπρο.
Τα φοιτητικά καλοκαίρια, και από τον Ιούλιο του 1987 που επέστρεψα οριστικά στο νησί, αν εξαιρεθούν λίγοι μήνες που έλειψα φαντάρος στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων της Κορίνθου και στο Καρλόβασι της Σάμου, έως τον Αύγουστο του 1994 που μετακόμισα στο δικό μου σπίτι (σε χτήμα που μου κληροδότησε εκείνη) για περίπου επτά χρόνια έμενα μαζί της, στο σπίτι της, γωνία Ιπποκράτους και Αλεξίου Ζερβάνου.
Η νονά απεβίωσε στις οκτώ το βράδυ την Παρασκευή 2 Ιουνίου του 2000. Στην ταυτότητά της φερόταν γεννημένη στις 11 Μαΐου του 1911, η ίδια ισχυριζόταν ότι γεννήθηκε το 1912, εντούτοις, και παρά τη μεταθανάτια αδιακρισία και που τόσο δεν της ταιριάζει, να προσθέσω υπάρχει κι ένας ψίθυρος στην οικογένεια ότι το 1928, όταν τυπώθηκαν οι επίσημες πρώτες ταυτότητες, επί Ιταλών, όπως πολύς κόσμος ιδίως τα κορίτσια τους, μία θεία τους ικανή φρόντισε να δηλώσει για τις ανεψιές της χρονολογίες γέννησης, της πρωτοκόρης και γιαγιάς μου αντί το 1907 το 1909, και της νονάς αντί το 1909 το 1911. Απεβίωσε, λοιπόν, ετών 88 κατά την ίδια, 89 επισήμως, δεν αποκλείεται όμως και 91.
Η εξόδιος έγινε την επομένη στις 11.00 στην Αγία Παρασκευή, εκεί όπου εκκλησιαζόταν, και τη θάψαμε στο παλιό κοιμητήρι, στον τάφο που εκείνη έφτιαξε για τον Λάμπρο Δέρνικα, και που μέλλεται να είναι ο οικογενειακός μας.
Η νανά μου η Φροσύνη (μια νύξη μόνο έκανα εδώ) ήταν ευγενής, με αρχοντιά που θα ζήλευαν αστοί μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων.
Τη βλέπω πολύ συχνά στον ύπνο μου, ολοζώντανη.     

     
[Λάμπρος και Ευφροσύνη Δερνίκα (στο κάτω μέρος λεπτομέρεια εγγράφου με την υπογραφή του Λ. Δ.) -σύνθεση από τον αδελφό μου Λάμπρο Νικολή.]


[Και ειδικότερα στη λεπτομέρεια / κατακλείδα του εγγράφου -πλαγιαστά καλλιγραφικά, ο γραφικός χαρακτήρας του θείου Λάμπρου: Ἐν Κῷ τῇ 21ῃ Αὐγούστου τοῦ 1929 (το χαρτόσημο αξίας LIRE UNA –το έγγραφο επί ιταλοκρατίας) Λάμπρος Γ. (εωργίου) Δερνίνας.]

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Αντώνης Νικολής, Ο «Αύγουστος» του Τζον Γουίλιαμς: ένας θρίαμβος της λογοτεχνίας.

Αντώνης Νικολής, Ο «Αύγουστος» του Τζον Γουίλιαμς: ένας θρίαμβος της λογοτεχνίας

Στάχτες, 19/04/2018 · 07:42

J-Williams-bk-Nikolis19.4.18
favicon
Ο λογοτέχνης, από τα αφομοιωμένα, τα χωνεμένα στη μνήμη του βιώματα, συνθέτει μύθους, μύθους που αποδίδει με μορφές που ικανοποιούν το ύφος του.
Στα είδη της αφηγηματικής λογοτεχνίας ιδιαίτερα, και νομίζω κατεξοχήν στο ιστορικό μυθιστόρημα, η επινόηση του αφηγητή, συνειδητή ή ακόμα και ασύνειδη, αποτελεί, μία από τις πρώτες και σημαντικότερες επιλογές του δημιουργού. Αν το καλοσκεφτούμε, ακόμα και προφορικά, όταν αρχίζουμε να αφηγούμαστε, νιώθουμε την ανάγκη να ανακαθίσουμε ή να τοποθετήσουμε τη φωνή σε άλλον τόνο. Πόσο μάλλον στο εργαστήρι μας, ως λογοτέχνες. Η επινόηση του αφηγητή, ο αφηγητής, είναι σε μεγάλο βαθμό το ίδιο το ύφος: η θερμοκρασία της γραφής, η απόσταση του συγγραφέα από τα ιστορούμενά του, ο ρυθμός και η ένταση της αφήγησης, ο κύριος συντελεστής της οικονομίας που θα βοηθήσει στη μετατροπή του λόγου σε μύθο.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 3) Οδός Τριφυλίας 2, στα Ιλίσια.

 [1]
Γεννήθηκα στην Αθήνα, 19 Αυγούστου του 1960. Σε μια κλινική κάπου στην Αχαρνών. Ο μπαμπάς ειδικευόταν στην ακτινολογία στον Ευαγγελισμό, μέχρι και το 1963, ύστερα κατεβήκαμε Κω. Εκείνα τα τρία χρόνια μέναμε στα Ιλίσια, Τριφυλίας 2, με γείτονα τον ζωγράφο Γιώργο Γουναρόπουλο (1890-1977) -εξ ου και η οδός αργότερα μετονομάστηκε σε Γουναροπούλου. Το 1985, φοιτητές και συγκάτοικοι με τον αδελφό μου Θανάση, εκείνος στο μαθηματικό, εγώ στη φιλοσοφική, νοικιάζαμε στην Ηρώων Πολυτεχνείου (64, αν θυμάμαι καλά) στου Ζωγράφου, πέρασε αρχιτεκτονική και ο μικρός, ο Λάμπρος. Έπρεπε να βρούμε ένα τριάρι πια, με τρία δωμάτια ει δυνατόν ίσου εμβαδού, άρα ψάχναμε για παλιά διαμερίσματα σε δίπατα – τρίπατα, και γιατί συνέχιζε να μας βολεύει, στην ευρύτερη περιοχή Ζωγράφου - Ιλίσια. Ένα απ' τα πρωινά τότε ψάχνοντας, κάπου σε μία γωνία, ρωτάω έναν κύριο σε μπαλκόνι πρώτου ορόφου «Μήπως ξέρετε να νοικιάζεται κανένα τριάρι - παλιό διαμέρισμα εδώ κοντά;», «Νοικιαζόταν ένα απέναντι, αλλά μου φαίνεται το έδωσε η σπιτονοικοκυρά. Πήγαινε ρώτα την -από το πλάι είναι η είσοδος», μου απαντάει. «Τι κρίμα», μου λέει κι εκείνη, «χτες το νοίκιασα∙ εκτός κι αν περιμένεις μέχρι τον Σεπτέμβριο, που ξενοικιάζεται το από κάτω, το ισόγειο». «Μα για τον Σεπτέμβριο ενδιαφέρομαι, τότε ξεκινάει σπουδές και ο μικρός μου αδελφός.» Και καθώς προχωρούσε η κουβέντα, «Από πού είσαι, παιδί μου;», «Από την Κω», της λέω, «Από την Κω; Α, τι μου θύμισες τώρα, από Κω ήτανε ένα ζευγαράκι νοικάρηδες στο κάτω σπίτι κάποτε, ο σύζυγος γιατρός, είχανε κι ένα παιδάκι, τον Αντωνάκη»...
Κι έτσι το ’φερε να ζήσω εκτός από τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής μου, ακόμα δύο, τα τελευταία των φοιτητικών μου χρόνων στο ίδιο σπίτι, όπου επιπλέον όλα παρέμεναν απαράλλακτα τα ίδια. Αναγνώριζα από τις παιδικές μου φωτογραφίες την εξώπορτα μέχρι και το χρώμα της. Δε θυμάμαι τίποτε από εκείνα τα πρώτα τρία χρόνια, καν το Ποπάκι, την δεκαπεντάχρονη ξαδέλφη από το χωριό του πατέρα μου, που ανέβηκε, να βοηθάει τη μητέρα μου σε μένα. Βέβαια, όποτε τη δω, «το… Παπάτσι μου», σκιρτάω σαν απέναντι σε κάποιον ιδιαίτερα οικείο, αλλά κι ακόμα, σχετικά με τα χνάρια στη μνήμη, αφού πια εγκατασταθήκαμε με τ’ αδέλφια μου, με ρωτάει απ’ το τηλέφωνο η μάνα μου ποιο δωμάτιο διάλεξα και σε ποιο σημείο του τοποθέτησα το κρεβάτι μου, εννοείται εκείνο και εκεί ακριβώς όπου βρισκότανε και το παιδικό μου. 

Υ.Γ. Τις παιδικές φωτογραφίες τις βγάζει ο πατέρας μου (Χαράλαμπος Νικολής), για να σταλούν στην Κω στον πατέρα του, τον Αντώνη Νικολή του Χαραλάμπους (1904-1987), (η κλασική απόλυτη συνωνυμία στην πατρογονική γραμμή, που ήμουνα και το πρώτο του εγγόνι), είναι μια συνομιλία γιου με τον πατέρα του (υποθέτω μ' όλη τη χαρά που τον «ανέστησε») δι’ αλληλογραφίας, γι’ αυτό, ας πούμε και στην πρώτη χρονολογικά, βρέφος εγώ, με βαστάει ο άλλος γιος του παππού και αδελφός του πατέρα μου, ο Μάρκος Νικολής (1934-2011), τότε φοιτητής στη φαρμακευτική.
Γενικότερα, σ’ αυτές εδώ τις σημειώσεις (Μία… μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία) –να δηλώσω εξ αρχής- η επιλογή γίνεται ανάμεσα στις υπάρχουσες φωτογραφίες, δεν είναι αξιολογική προσώπων ή σχέσεων με πρόσωπα. Πολλοί οικείοι ή φίλοι απουσιάζουν, οι παππούδες από τη μεριά της μητέρας, ή ο αδελφός της, ο Σπύρος Χατζημάρκος (1938-2011), για παράδειγμα, και άλλοι με τους οποίους συνδέθηκα στενά για μεγάλα διαστήματα, που δυστυχώς ή χάθηκαν τυχόν κοινές φωτογραφίες ή δε μερίμνησα να υπάρχουν –αλλά κι όσες υπάρχουν, ειλικρινά, οι περισσότερες υπάρχουν από τύχη. Επίσης, απ’ τον φόβο μη στενοχωρήσω έστω και έναν, απέφυγα τις φωτογραφίες με τους μαθητές μου, στα δεκαπέντε χρόνια της θητείας μου στη φροντιστηριακή εκπαίδευση –κομμάτι της ζωής μου ξεχωριστό και που το αγαπώ. 

[2]

[1: 1960. Η παλαιότερη φωτογραφία μου. Με σηκώνει ο θείος Μάρκος (1934-2011), ο αδελφός του πατέρα μου.]

[2: Μπροστά στην εξώπορτα του ισογείου, στο 2 της οδού Τριφυλίας, στα Ιλίσια. (Άλλη λεζάντα: Τα… αυτάκια του…)]  

[Εικάζω αρχές του 1961.]

[Χριστούγεννα του 1961, δεκαέξι μηνών.]


Πέμπτη, 5 Απριλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 2) Μια βόλτα στο Αμύνταιο.


Ο μπαμπάς υπηρετούσε έφεδρος αξιωματικός του Υγειονομικού στο Αμύνταιο. Παντρεύτηκαν με τη μαμά στις 18 Νοεμβρίου του 1959, στην Κω βέβαια, κι αμέσως έπειτα έφυγαν για τη μικρή κωμόπολη του νομού Φλώρινας. Ισχυρίζονται ότι στο Αμύνταιο ...συνελήφθην, και οπωσδήποτε ότι σ' αυτή τη βόλτα απ' όπου και η φωτογραφία, η μαμά είναι έγκυος, πα' να πει, τη βόλτα εκείνη την έκανα μαζί τους και εγώ.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Το Σκοτεινό Νησί σε τόμο μελετών του Παναγιώτη Νούτσου.


Το απόγευμα της Τετάρτης 28 Μαρτίου ενθουσιασμένη η πολύ καλή ζωγράφος και φίλη Πελαγία Κυριαζή με ειδοποιούσε πως ούσα σε εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Ιανό, άκουσε να γίνεται αναφορά στο όνομά μου και στη νουβέλα μου «Το Σκοτεινό Νησί». 

Επρόκειτο για την παρουσίαση του τόμου μελετών του καθηγητή Παναγιώτη Νούτσου με τίτλο «Για το ιστορικό “υπόβαθρο” της λογοτεχνίας» (Εκδόσεις Παπαζήση, 2017, σελ. 660), εκδήλωση από τον κύκλο συζητήσεων «Από το Αμπέλι στο Θέατρο» που διοργανώνει στον Ιανό ο Κώστας Καζαμιάκης.     
Το όγδοο κεφάλαιο του εν λόγω τόμου είναι αφιερωμένο στη νουβέλα «Το Σκοτεινό Νησί» με τον τίτλο «Η “ετεροτοπία” ως “αυτοκάθαρση”;». Δεν το είδα, είμαι στο νησί, υποθέτω πως ο Π.Ν. συμπεριέλαβε στα περιεχόμενα του βιβλίου του την κριτική παρουσίαση της νουβέλας που είχε δημοσιεύσει στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας την Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010. 

                                               
 (Ο καθηγητής Παναγιώτης Νούτσος.)

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 1) Τα συντρίμμια της βιβλιοθήκης, τα φωτογραφικά άλμπουμ.




Τα τελευταία δυο – τρία χρόνια όποτε περνούσα μπροστά απ’ τη βιβλιοθήκη σκεφτόμουν πως ήταν πια καιρός να την τακτοποιήσω, να καταχωρίσω εξαρχής, να ταξινομήσω με προσοχή τα βιβλία που είχανε σωρευτεί στα ράφια της. Πρόκειται για βιβλιοθήκη σε χρήση από τον Φεβρουάριο του 1996, πολύφυλλη με τζάμια, και που πιάνει τους δυο αντικριστούς τοίχους του δωματίου. Κι ευτυχώς που από τη μια στην άλλη αναβολή δεν έκανα τη δουλειά, θα πήγαινε στράφι πολύς κόπος. Στον σεισμό του περασμένου καλοκαιριού (21/7/2017), τα φύλλα του ενός τοίχου σωριάστηκαν ίσαμε τον απέναντι, τζάμια, ξύλα, βιβλία, όλα ένας σωρός, συνθλίβοντας κι ό, τι μεσολαβούσε ανάμεσα στους δυο αντικριστούς τοίχους (ένα γραφείο, τη συρταροθήκη του, καρέκλες, ένα παραβάν). Ήταν η μεγαλύτερη από τις ζημιές που υπέστη το σπίτι –όμως, αναλογικά, συγκρινόμενη με το τι έπαθαν περιουσίες άλλων συντοπιτών, ζημιά αμελητέα.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

Ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα.


[Στα χτεσινά ΝΕΑ / Σαββατοκύριακο, δημοσιεύτηκε ανάμεσα σε άλλες και δική μου συνεργασία, στο ένθετο Weekend Πρόσωπα, σε έρευνα με θέμα: ΟΤΑΝ ΑΚΟΥΩ ΤΗ ΛΕΞΗ "ΗΡΩΑΣ" / Ποιος είναι ο προσωπικός σας ήρωας;]

ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ 
Συγγραφέας

Ο Λουκιανός
από τα Σαμόσατα

Ο Λουκιανός γεννήθηκε στα Σαμόσατα, πόλη στον πάνω Ευφράτη της Συρίας, έζησε κατά τον δεύτερο μ.Χ. αιώνα, Σύρος στην καταγωγή και στη μητρική του γλώσσα, σε κόσμο ελληνίζοντα, βέβαια, μυήθηκε στην ελληνική παιδεία, και όχι μόνο, απέβη ο επιδραστικότερος αττικιστής του καιρού του, ο τεχνικότερος και ευφυέστερος, κατά την επικρατούσα φιλολογική αποτίμηση, συγγραφέας στην ελληνική γραμματεία των αυτοκρατορικών χρόνων.
Νηφάλιο πνεύμα, καλλιεργημένος άνθρωπος, με προσήλωση στον ορθό λόγο, κι όλ’ αυτά σε ιδεολογικό περιβάλλον αβέβαιο και ρευστό. Η τότε γνωστή οικουμένη ζει μια δίχως προηγούμενο μετακίνηση ανθρώπων, ιδεών, προϊόντων, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως η παγκοσμιοποίηση των ημερών μας αναλογικά ωχριά μπροστά της. Ωστόσο, όπως και σήμερα, οι πληθυσμοί, παρά τη σταθερότητα, την ειρήνη, την ευημερία, αναγκασμένοι να επιβιώνουν σ’ έναν κόσμο με κλονισμένη την ασφάλεια των παραδοσιακών αξιών τους (των πόλεων – κρατών τους), βιώνουν την ηθική αμηχανία όσο και την αγωνία αυτής της ρευστότητας -τις ανιχνεύουμε στο συγκαιρινό τους (αρχαίο) μυθιστόρημα-, ή τη νοσταλγία προς τους κλασικούς χρόνους -τη βρίσκουμε στην ευρύτερη γραμματεία της εποχής (τα κείμενα της Δεύτερης Σοφιστικής).
Είναι οι καιροί όπου οι ούτως ειπείν διανοούμενοι ζηλούν τη δόξα των ρητόρων και των σοφιστών. Και όπως σήμερα, που κυρίως προβάλλονται καλλιτέχνες – λογοτέχνες, πλεονάζουν οι καλλιτεχνίζοντες, ας τους ονομάσω και μιμητές καλλιτεχνών, ανάμεσα στους λίγους μύστες της ρητορικής και της φιλοσοφίας τότε συνωστίζονταν πολυάριθμες λίγο – πολύ καρικατούρες τους. Ο Λουκιανός, λοιπόν, με μπόλικη θυμηδία, εισηγείται νέο γραμματολογικό είδος, τον σκωπτικό διάλογο, για να παρωδήσει κυρίως τους μιμητές αυτούς, με φλέγμα, με σκεπτικισμό, μ’ ένα γελάκι απαράμιλλης λεπτότητας. Γελάει με τις ιδεοληψίες και με την ανοησία του καιρού του.
Χρειάζεται να εξηγήσω περισσότερο το γιατί στη συγκυρία που μας έλαχε ανακαλώ συχνά σελίδες του ή και τον ίδιο τον Λουκιανό;

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Επίσκεψη στο Ακρωτήρι των Βενιζέλων.

Επίσκεψη στο Ακρωτήρι των Βενιζέλων


Του Αντώνη Νικολή*
Το Σάββατο 24 Φεβρουαρίου σχεδόν το έφερε ο δρόμος, το πρότεινε και ο συνταξιδιώτης, ήταν επίσης ο καλός καιρός και η ώρα με τις ιώδεις αποχρώσεις στον δυτικό ορίζοντα, από την τοποθεσία κιόλας, ύψωμα, θα αγναντεύαμε την πόλη των Χανίων, συναίνεσα. Έχω ταξιδέψει πολλές φορές στην Κρήτη, ειδικά στα Χανιά και με μόνο σκοπό το σπίτι των Βενιζέλων στη Χαλέπα, όμως από κάποια αδιευκρίνιστη εντός μου διστακτικότητα τους τάφους τους τους απέφευγα.
Αράξαμε στο χώρο στάθμευσης απέναντι απ’ την είσοδο, περπατήσαμε τον καλαίσθητο και υποβλητικό διάδρομο μετά την πύλη έως το πλατύ άνδηρο με τα σκόρπια λίγα πεύκα και το τοιχίο περιμετρικά, και ως την άκρη του πλατώματος με τα πλακόστρωτα βαθμιδωτά βάθρα όπου οι δύο λιτοί τάφοι, του Σοφοκλή παραμέσα, του Ελευθέριου μπροστά. Αλλά μαζί με τα βήματά μας που ζύγωναν, πύκνωναν στον νου πολλά.

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες.




Τα τελευταία χρόνια ίσως δεν έχω αγαπήσει άλλον συγγραφέα όσο τον Σίνγκερ. Παραστατικότατες, ολοζώντανες περιγραφές, αφηγηματική δεινότητα, λεπτότατη ειρωνεία, υπαινικτικό χιούμορ. Εξαιρετικός μυθιστοριογράφος, αλλ’ ακόμη καλύτερος διηγηματογράφος. Τα διηγήματά του έχουν αρτιότητα και πυκνότητα που εφάμιλλές τους ως αναγνώστης έχω συναντήσει μόνο στον Έ. Ά. Πόε. Σ’ αυτήν εδώ τη συλλογή, και πάλι το ένα διήγημα καλύτερο απ’ το άλλο, παρόλο που θα ήταν άδικο να μην ξεχωρίσω ανάμεσά τους δύο: το «Κάτι υπάρχει εκεί» και «Το κλειδί», και τα δύο μ’ εκείνη την ιδιαίτερη «ψίχα» του συγγραφέα τους, ένα βαθύ ποιητικό στοχασμό που δεν έχει να διδάξει ή να «πει» κάτι, όμως σε παρασέρνει στην πιο μύχια έξαρση.

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Περσεφόνη Κουτσουράδη (1923-2018).


Υπήρξε αδιαμφισβήτητα η μεγάλη κυρία του πολιτισμού στο νησί της Κω. Πρόεδρος του παραρτήματος του Λυκείου Ελληνίδων με σημαντική δράση εκεί, συλλογέας λαογραφικού υλικού, όπως με περισσή αξιοπρέπεια ήξερε να δηλώνει, να διευκρινίζει μάλιστα τη διαφορά από τον λαογράφο - ερευνητή επιστήμονα, αλλά και ένας / μία από τους τελευταίους Κώους με κομψότητα πνεύματος και χιούμορ, ντόπιου χρώματος όμως και ιδιαίτερα εκλεπτυσμένου. Τη θυμάμαι να οδηγεί το κατσαριδάκι της, με συνοδηγό τον άντρα της, τον αείμνηστο Γιώργο Κουτσουράδη, να λένε για ένα "καρτελίνο" που τους έστειλε μια φίλη τους Ζωή απ' την Αθήνα, κι εγώ παιδί στο πίσω κάθισμα να ξεκαρδίζομαι. Δεν ήξερα να το πω, μα ήτανε εκείνοι οι Κώοι η παρηγορητική εξαίρεση τότε, τέλος του '60, όταν άρχιζε να θεριεύει η μικροαστική βαρβαρότητα στη χώρα. Η Περσεφόνη Κουτσουράδη, το γένος Μουζάκη, ήταν πρώτη εξαδέλφη της γιαγιάς μου από τη μητέρα μου. Εγγονή εκείνου του παππεπίπαππου από τα Σφακιά, του Σπύρου Γρυπάρη, για τον οποίο πρόσφατα σχετικά έκανα μνεία. Την προσφωνούσα θεία, τη συμπαθούσα πολύ, μα κι ανέκαθεν περισσότερο την εκτιμούσα. Νομίζω εκπροσωπούσε μια γενιά σπάνιων αστών στη νεοελληνική κοινωνία, βενιζελικής "κοπής" και που ανέπτυξαν δημόσια δράση όσο και ατομική προσωπική καλλιέργεια αξιοσημείωτη.
Στον Αχιλλέα, τον Κώστα, τον Τίμο, τον Πάρη, στις νύφες και τα εγγόνια της, συλλυπητήρια. Η τιμή και η αξία της προσφοράς της, η αγάπη και η μνήμη της μάνας και γιαγιάς να τους συνοδεύουν πάντα.
Λυπάμαι πολύ που, καθώς απουσιάζω από το νησί αυτές τις μέρες, δε θα μπορέσω να την τιμήσω με την παρουσία μου στο ξόδι της.


Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Η ελληνική γλώσσα και η ντροπή.

Σήμερα μιλάμε άλλη γλώσσα όσοι υπερασπιζόμαστε το φιλελεύθερο συνταγματικό πολίτευμα της χώρας και άλλη γλώσσα οι σκευωροί. Κι αν τυχόν μιλάμε την ίδια, σήμερα ντρέπομαι που μιλώ και γράφω στην ελληνική γλώσσα.

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Φραντς Κάφκα: Ο Πύργος.


Πρόσφατα σχετικά, σε πάγκο στο υπόγειο της Πρωτοπορίας, έπεσε το μάτι μου σε αντίτυπο του Πύργου του Κάφκα, της ειδικής έκδοσης για την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, στην εξευτελιστική τιμή του ενάμισι ευρώ (1,5 €)! Ντράπηκα, πήρα ένα από τη στοίβα, μαζί με ό,τι άλλο είχα επιλέξει το ανέβασα στο ταμείο. Τον Κάφκα, και σίγουρα και τον Πύργο, τον είχα διαβάσει, μάλλον αρχές της δεκαετίας του ’80, σ’ εκείνες τις ωραίες (τόσο ισόρροπες και με ειλικρίνεια σεβαστικές προς τη λογοτεχνία) εκδόσεις Ηριδανός. (Και όντως, εκ των υστέρων τον βρίσκω στη βιβλιοθήκη, είναι σε μετάφραση Τέας Ανεμογιάννη / μακέτα εξωφύλλου από τον Αλέξανδρο Ίσαρη.) Τέλος πάντων, και γιατί χρόνια έψαχνα μια ευκαιρία να επιστρέψω στον Κάφκα, έπιασα να ξαναδιαβάσω, όμως τον τωρινό, τον ταπεινωμένο Πύργο του 1,5 €.
Από τα σημαντικότερα έργα του Φραντς Κάφκα, στην καρδιά της νεωτερικής λογοτεχνίας των αρχών του 20ού αιώνα, και κατά την εγκυρότερη ανάλυση, αν στη Δίκη, το άλλο μεγάλο του έργο, μια σκοτεινή γραφειοκρατία καταδιώκει αναίτια το άτομο, εδώ, στον Πύργο, ο ήρωας της αφήγησης, ο (όπως και στη Δίκη) οιονεί ανώνυμος Κ., αναζητεί ο ίδιος την κατηγορία με την οποία βαρύνεται, την αιτία που και πάλι ένας αφανής πολυπλόκαμος μηχανισμός, η κλειστή διοικητική ιεραρχία του Πύργου, τον κρατάει στις παρυφές ή έξω από την επικράτειά της.

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Χέρμαν Μέλβιλ: Τα μαγεμένα νησιά.



Ιστορίες από τα Ενκαντάδας ή τα Μαγεμένα νησιά στις Νότιες Θάλασσες, του Herman Melville. Δημοσιευμένες το 1854, τρία χρόνια μετά το μοναδικό στην παγκόσμια γραμματεία αριστούργημά του, τον Μόμπι – Ντικ.
Στοιχεία βιογραφικά του Μέλβιλ και παρουσίαση του Μόμπι – Ντικ σε παλιότερη ανάρτησή μου. (Παρεμπιπτόντως, σημειώνω τότε, τον Οκτώβριο του 2010: Φέτος που όλα τα σκιάζει ο ζόφος του λαϊκισμού… -πού να φανταζόμουν επτά και βάλε χρόνια αργότερα πόσο τρομακτικά περισσότερο θα τα έσκιαζε…)
Το έργο του Μέλβιλ συγκαταλέγεται στην ατόφια λογοτεχνία / τέχνη. Ο Μέλβιλ μηρυκάζει τον κόσμο της εμπειρίας του, για να τον αποδώσει σχεδόν επινοημένο από τη φαντασία του, περίπου σαν δρώμενα και εικόνες του εσωτερικού του βίου. Αφήγηση με ιδιοφυΐα και ζηλευτή ζωντάνια, και που παραμένει η κύρια αξία του έργου του, αλλά νομίζω και η απόλυτη λογοτεχνική αξία. Δηλαδή τι άλλο έκανε ο Όμηρος;

Μερικά ενδεικτικά αποσπάσματα.
(Σελ. 16) (…) Γκρεμισμένες μάζες από ένα μαυριδερό ή πρασινωπό υλικό σαν σκωρία από υψικάμινο, σχηματίζουν σκοτεινές σχισμές και σπήλαια εδώ κι εκεί, μέσα στα οποία η θάλασσα αδειάζει ακατάπαυστα με μένος τον αφρό της, απλώνοντας από πάνω τους ένα πέπλο γκρίζας καχεκτικής ομίχλης μέσα στην οποία πετούν εξώκοσμα πτηνά μεγαλώνοντας την αντάρα με τις στριγκλιές τους. Όσο ήρεμη κι αν είναι η θάλασσα στ’ ανοιχτά, δεν υπάρχει ανάπαυση γι’ αυτά τα κύματα κι αυτούς τους βράχους. Μαστιγώνουν και μαστιγώνονται, ακόμη και όταν ο ωκεανός πιο έξω είναι γαληνεμένος. Εκείνες τις καταθλιπτικές συννεφιασμένες μέρες, που είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της περιοχής του υδάτινου μεσημβρινού, οι σκούρες υαλώδεις μάζες, πολλές από τις οποίες υψώνονται μέσα από λευκές δίνες και κύματα σε απομονωμένα και επικίνδυνα μέρη μπροστά στην ακτή, παρουσιάζουν ένα πλουτώνειο τοπίο. Τέτοια μέρη μόνο σ’ έναν εκπεσόντα κόσμο θα μπορούσαν να υπάρχουν. (…)

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Αγαπημένα τω πολλώ Στρατάκια.


Γιώργος και Νίκος Στρατάκης: Αγαπημένη τω πολλώ.
[Στίχοι / επιλογή:
(...) 
αγαπημένη τω πολλώ, αγάπα με κι εμένα,
και μην τα συλλοΐζεσαι τα σου 'χω καμωμένα,
έχει αγγελική μορφή και κρουσταλλένια νιότη, 
δοξάζω αυτόν που μου 'δωκε τα μάτια και θωρώ τη
(...)
η θάλασσα και τα βουνά χαίρουνται τον αέρα
πρόβαλε να χαρώ κι εγώ, ομορφοθυγατέρα
(...)
 δέκα και δέκα, είκοσι, και είκοσι, σαράντα,
έφυγε και μ' αρνήθηκε και δεν κατέχω γιάντα,
δε φταις εσύ, μα φταίω εγώ, πο(υ) σε 'δα με τα πόδια
στα όρη, και δε σ' έριξα μέσα στα χινοπόδια,
μωρή ξερή φασκομηλιά, ξεφουντωμένη βιόλα,
που σου 'πανε πως σ' αγαπώ, και πίστεψές το κιόλα

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Ακόμα ένα σπάνιο δώρο.


Διά χειρός του πολύ καλού ζωγράφου Γιάννη Δημητράκη και πάλι. Το "γεια, χαρά" του (στο χρονολόγιο του προφίλ μου στο fb), με την ευκαιρία της ονομαστικής μου γιορτής.

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Αντίδωρο στις ευχές.


Για τις πολλές και θερμές ευχές (τηλεφωνήματα ή sms, στον τοίχο ή στο inbox / fb) με την ευκαιρία της ονομαστικής μου γιορτής, τα εγκάρδια ευχαριστώ μου, μα και σαν... αντίδωρο, 35 δευτερόλεπτα μαγείας: η εικοσάχρονη Σοφία Λόρεν βολτάρει στην τότε αυθεντικότερη κι απ' τη σημερινή Νάπολη, του 1954, σκηνή από τη σπονδυλωτή ταινία του Βιττόριο ντε Σίκα "L' oro di Napoli / Το χρυσάφι της Νάπολης (ελλ. τίτλος: Ερωτική πολιορκία)".
Να υπενθυμίσω, η Σοφία Λόρεν υπήρξε συμμαθήτρια της μαμάς μου, όσο για τη Νάπολη, είναι απ' τις πόλεις της Ιταλίας εκείνη που με συγκίνησε περισσότερο.

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Κι όντεν τα Στρατάκια αρχίσασι να τραγουδούν...


Ο Γιώργος και ο Νίκος Στρατάκης τραγουδούν αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου (1553-1613 ή 1614).
Στην Κρήτη τραγουδούσανε παλιά, στην Κρήτη τραγουδούν ακόμα (1, 2, 3, 4).

(Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα.)

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Μακάρι ευτυχέστερο, μακάρι διαυγέστερο.

Μακάρι ευτυχές και διαυγέστερο το 2018.
(Κάπως ν' αραίωνε ο φθόνος στον αέρα, παντού, να μην κολλάει στο δέρμα, 
κάπως να λιγόστευε η λούμπεν δυσανεξία προς την αισθητική.)  

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Η Πελαγία Κυριαζή και το Λάβαρο του Γύζη.


Το Λάβαρο του Παν/μίου Αθηνών με την Παλλάδα Αθηνά, έργο του Νικολάου Γύζη, και δύο από τις σπουδές σ' αυτό (αλλά και σε σχέδιά του με κάρβουνο και κιμωλία) της Πελαγίας Κυριαζή.
Όπως το διατυπώνει η ίδια, στη δουλειά της πρωτοστατεί "ο σκοτεινός θάλαμος της μνήμης, ο υποκειμενικός εσωτερικός χώρος" που "αιχμαλωτίζει συναισθήματα και σκέψεις - εικόνες". (Από την ομιλία της στο Μουσείο Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο πλαίσιο της έκθεσης "Το Λάβαρο του Παν/μίου Αθηνών: σύγχρονες εικαστικές προσεγγίσεις", 2/12/2017.)
Η έκθεση θα διαρκέσει έως και 31 Δεκεμβρίου. Άλλοι καλλιτέχνες εκτός από την Π. Κ. που συμμετέχουν: Αντώνιος (Παναγόπουλος), Δημήτρης Ζουρούδης, Ελένη Λύρα, Κύριλλος Σαρρής, Δήμητρα Σιατερλή, Δημήτρης Σκουρογιάννης, Άγγελος Σκούρτης, Γιώργος Χατζημιχάλης και Γιάννης Ψυχοπαίδης. [Μουσείο Ιστορίας Παν/μίου Αθηνών, Θόλου 5, Πλάκα]


 
 

Ειδικά για το δεύτερο σχέδιό της: Ο Γύζης στο εργαστήριό του, σημειώνει - συνομιλεί με το συντεχνίτη της: Παρτιτούρες από λευκές / κάθετες γραμμές / αιωρούνται / γύρω σου. / Κάθεσαι σιωπηλός στο κέντρο / μιας μυστικής / ορχήστρας / και / η σύνθεση έρχεται / να σε βρει / με τη μορφή της / Αθηναϊκής / θεάς.

(Για την Π. Κ. παλιότερες αναρτήσεις: 1, 2, 3, 4.)

(Χανιά, Ιούνιος του 2016.)

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Τα Δωδεκάνησα και οι Σικελοί.


Την περασμένη εβδομάδα, πάλι με τους γονείς μου, και πάλι για μία επέμβαση ρουτίνας, βρέθηκα στη Ρόδο, αυτή τη φορά τρεις μέρες μόνο. Μαλακός Νοέμβριος, ήλιος, η ροδίτικη ώχρα φθινοπωρινή, πιο μελιά το μεσημέρι, κάπως γκριζαρισμένη το απόγευμα.
Καμιά - μιάμιση ώρα προτού σκοτεινιάσει, βγαίναμε με τον (ογδονταεξάχρονο) πατέρα μου για βόλτα (Νιοχώρι, Μαντράκι, Παλιά Πόλη), περπατούσαμε στο δικό μου τέμπο, ο πατέρας μου να ιστορεί ασταμάτητα, και στις ανηφοριές, και σημειωτέον μέχρι το τέλος του ωριαίου περπατήματός μας δίχως ίχνος λαχανιάσματος. Τον καμάρωνα, απολάμβανα και τις ιστορίες του.
Κάποια στιγμή στον παραλιακό, από τον περισπασμό των δυνατών εικόνων, τον διακόπτω, "Μπαμπά, και στην Κω, και ιδίως στη Ρόδο, και πριν ένα μήνα και τώρα, έχω πολύ συχνά την εντύπωση ότι βρίσκομαι Σικελία. Κατάνια, Συρακούσες, και πολύ περισσότερο Παλέρμο. Η αρχιτεκτονική; -η πολεοδομία; -το αστικό πράσινο;". "Να μην απορείς καθόλου", μου απαντά, ο οποίος επίσης έχει επισκεφτεί τη Σικελία, "σχεδόν όλοι οι διοικητές της Δωδεκανήσου επί ιταλοκρατίας ήτανε Σικελοί".
Και λόγω της εξαιρετικής του μνήμης -θα με εξέπλησσε να μη θυμάται σωστά-, δε θα ερευνούσα την ιστορική ακρίβεια της πληροφορίας, και επιπλέον γιατί μου αρκούσε, ακόμα κι αν ήταν μόνο για να δέσει εκείνο το ωραίο απομεσήμερο τη Ρόδο με το Παλέρμο, ή τους Σικελούς με τους Ροδίτες στο τέλος της δεκαετίας του '30 όταν τον έφερε παιδάκι με το καΐκι του στη Ρόδο, για τις αμυγδαλές του, ο παππούς του, ο καπετάν Μάρκος Τριανταφύλλου, ή τον εγγονό τον καθισμένο στα πόδια του καπετάνιου μ' εκείνον το μαύρο, ένα γκαρσόνι σε καφενείο της Παλιάς Πόλης, που τον σερβίρει να πιει για πρώτη φορά στη ζωή του αγελαδινό γάλα -ανήκουστο ακόμα τότε στο χωριό του, την Κέφαλο της Κω, να πίνει άνθρωπος το γάλα της αγελάδας-, και άλλα πολλά, γλαφυρά όλα, και αφηγήματα της Μεσογείου.
Αλλά και προχτές, που κάτι έλεγα σχετικό με τους φίκους σε Δωδεκάνησα και Σικελία σε αυλή φυτωρίου εδώ στην Κω, "Μα", πετιέται ο ιδιοκτήτης, "δεν το ξέρεις ότι οι πιο πολλοί στη Δωδεκάνησο τις παραγγελίες μας τις κάνουμε σε μεγάλα φυτώρια της Σικελίας;".




Από το ίδιο ταξίδι, άλλες δύο αναρτήσεις (1, 2).