Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Περσεφόνη Κουτσουράδη (1923-2018).


Υπήρξε αδιαμφισβήτητα η μεγάλη κυρία του πολιτισμού στο νησί της Κω. Πρόεδρος του παραρτήματος του Λυκείου Ελληνίδων με εξαιρετική δράση εκεί, συλλογέας λαογραφικού υλικού, όπως με περισσή αξιοπρέπεια ήξερε να δηλώνει, να διευκρινίζει μάλιστα τη διαφορά από τον λαογράφο - ερευνητή επιστήμονα, αλλά και ένας / μία από τους τελευταίους Κώους με κομψότητα πνεύματος και θαυμαστό χιούμορ, ντόπιου χρώματος όμως και εξαιρετικά εκλεπτυσμένου. Τη θυμάμαι να οδηγεί το κατσαριδάκι της, με συνοδηγό τον άντρα της, τον αείμνηστο Γιώργο Κουτσουράδη, να λένε για ένα "καρτελίνο" που τους έστειλε μια φίλη τους Ζωή απ' την Αθήνα, κι εγώ παιδί στο πίσω κάθισμα να ξεκαρδίζομαι. Δεν ήξερα να το πω, μα ήτανε εκείνοι οι Κώοι η παρηγορητική εξαίρεση τότε, τέλος του '60, όταν άρχιζε να θεριεύει η μικροαστική βαρβαρότητα στη χώρα. Η Περσεφόνη Κουτσουράδη, το γένος Μουζάκη, ήταν πρώτη ξαδέλφη της γιαγιάς μου από τη μητέρα μου. Εγγονή εκείνου του παππεπίπαππου από τα Σφακιά, του Σπύρου Γρυπάρη, για τον οποίο πρόσφατα σχετικά έκανα μνεία. Την προσφωνούσα θεία, τη συμπαθούσα πολύ, αλλά κι ανέκαθεν περισσότερο την εκτιμούσα. Νομίζω εκπροσωπούσε μια γενιά σπάνιων αστών στη νεοελληνική κοινωνία, βενιζελικής κοπής και που ανέπτυξαν δημόσια δράση όσο και ατομική προσωπική καλλιέργεια αξιοσημείωτη.
Στον Αχιλλέα, τον Κώστα, τον Τίμο, τον Πάρη, στις νύφες και τα εγγόνια της, συλλυπητήρια. Η τιμή και η αξία της προσφοράς της, η αγάπη και η μνήμη της μάνας και γιαγιάς να τους συνοδεύουν πάντα.
Λυπάμαι πολύ που, καθώς απουσιάζω από το νησί αυτές τις μέρες, δε θα μπορέσω να την τιμήσω με την παρουσία μου στο ξόδι της.


Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Η ελληνική γλώσσα και η ντροπή.

Σήμερα μιλάμε άλλη γλώσσα όσοι υπερασπιζόμαστε το φιλελεύθερο συνταγματικό πολίτευμα της χώρας και άλλη γλώσσα οι σκευωροί. Κι αν τυχόν μιλάμε την ίδια, σήμερα ντρέπομαι που μιλώ και γράφω στην ελληνική γλώσσα.

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Φραντς Κάφκα: Ο Πύργος.


Πρόσφατα σχετικά, σε πάγκο στο υπόγειο της Πρωτοπορίας, έπεσε το μάτι μου σε αντίτυπο του Πύργου του Κάφκα, της ειδικής έκδοσης για την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, στην εξευτελιστική τιμή του ενάμισι ευρώ (1,5 €)! Ντράπηκα, πήρα ένα από τη στοίβα, μαζί με ό,τι άλλο είχα επιλέξει το ανέβασα στο ταμείο. Τον Κάφκα, και σίγουρα και τον Πύργο, τον είχα διαβάσει, μάλλον αρχές της δεκαετίας του ’80, σ’ εκείνες τις ωραίες (τόσο ισόρροπες και με ειλικρίνεια σεβαστικές προς τη λογοτεχνία) εκδόσεις Ηριδανός. (Και όντως, εκ των υστέρων τον βρίσκω στη βιβλιοθήκη, είναι σε μετάφραση Τέας Ανεμογιάννη / μακέτα εξωφύλλου από τον Αλέξανδρο Ίσαρη.) Τέλος πάντων, και γιατί χρόνια έψαχνα μια ευκαιρία να επιστρέψω στον Κάφκα, έπιασα να ξαναδιαβάσω, όμως τον τωρινό, τον ταπεινωμένο Πύργο του 1,5 €.
Από τα σημαντικότερα έργα του Φραντς Κάφκα, στην καρδιά της νεωτερικής λογοτεχνίας των αρχών του 20ού αιώνα, και κατά την εγκυρότερη ανάλυση, αν στη Δίκη, το άλλο μεγάλο του έργο, μια σκοτεινή γραφειοκρατία καταδιώκει αναίτια το άτομο, εδώ, στον Πύργο, ο ήρωας της αφήγησης, ο (όπως και στη Δίκη) οιονεί ανώνυμος Κ., αναζητεί ο ίδιος την κατηγορία με την οποία βαρύνεται, την αιτία που και πάλι ένας αφανής πολυπλόκαμος μηχανισμός, η κλειστή διοικητική ιεραρχία του Πύργου, τον κρατάει στις παρυφές ή έξω από την επικράτειά της.

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Χέρμαν Μέλβιλ: Τα μαγεμένα νησιά.



Ιστορίες από τα Ενκαντάδας ή τα Μαγεμένα νησιά στις Νότιες Θάλασσες, του Herman Melville. Δημοσιευμένες το 1854, τρία χρόνια μετά το μοναδικό στην παγκόσμια γραμματεία αριστούργημά του, τον Μόμπι – Ντικ.
Στοιχεία βιογραφικά του Μέλβιλ και παρουσίαση του Μόμπι – Ντικ σε παλιότερη ανάρτησή μου. (Παρεμπιπτόντως, σημειώνω τότε, τον Οκτώβριο του 2010: Φέτος που όλα τα σκιάζει ο ζόφος του λαϊκισμού… -πού να φανταζόμουν επτά και βάλε χρόνια αργότερα πόσο τρομακτικά περισσότερο θα τα έσκιαζε…)
Το έργο του Μέλβιλ συγκαταλέγεται στην ατόφια λογοτεχνία / τέχνη. Ο Μέλβιλ μηρυκάζει τον κόσμο της εμπειρίας του, για να τον αποδώσει σχεδόν επινοημένο από τη φαντασία του, περίπου σαν δρώμενα και εικόνες του εσωτερικού του βίου. Αφήγηση με ιδιοφυΐα και ζηλευτή ζωντάνια, και που παραμένει η κύρια αξία του έργου του, αλλά νομίζω και η απόλυτη λογοτεχνική αξία. Δηλαδή τι άλλο έκανε ο Όμηρος;

Μερικά ενδεικτικά αποσπάσματα.
(Σελ. 16) (…) Γκρεμισμένες μάζες από ένα μαυριδερό ή πρασινωπό υλικό σαν σκωρία από υψικάμινο, σχηματίζουν σκοτεινές σχισμές και σπήλαια εδώ κι εκεί, μέσα στα οποία η θάλασσα αδειάζει ακατάπαυστα με μένος τον αφρό της, απλώνοντας από πάνω τους ένα πέπλο γκρίζας καχεκτικής ομίχλης μέσα στην οποία πετούν εξώκοσμα πτηνά μεγαλώνοντας την αντάρα με τις στριγκλιές τους. Όσο ήρεμη κι αν είναι η θάλασσα στ’ ανοιχτά, δεν υπάρχει ανάπαυση γι’ αυτά τα κύματα κι αυτούς τους βράχους. Μαστιγώνουν και μαστιγώνονται, ακόμη και όταν ο ωκεανός πιο έξω είναι γαληνεμένος. Εκείνες τις καταθλιπτικές συννεφιασμένες μέρες, που είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της περιοχής του υδάτινου μεσημβρινού, οι σκούρες υαλώδεις μάζες, πολλές από τις οποίες υψώνονται μέσα από λευκές δίνες και κύματα σε απομονωμένα και επικίνδυνα μέρη μπροστά στην ακτή, παρουσιάζουν ένα πλουτώνειο τοπίο. Τέτοια μέρη μόνο σ’ έναν εκπεσόντα κόσμο θα μπορούσαν να υπάρχουν. (…)

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Αγαπημένα τω πολλώ Στρατάκια.


Γιώργος και Νίκος Στρατάκης: Αγαπημένη τω πολλώ.
[Στίχοι / επιλογή:
(...) 
αγαπημένη τω πολλώ, αγάπα με κι εμένα,
και μην τα συλλοΐζεσαι τα σου 'χω καμωμένα,
έχει αγγελική μορφή και κρουσταλλένια νιότη, 
δοξάζω αυτόν που μου 'δωκε τα μάτια και θωρώ τη
(...)
η θάλασσα και τα βουνά χαίρουνται τον αέρα
πρόβαλε να χαρώ κι εγώ, ομορφοθυγατέρα
(...)
 δέκα και δέκα, είκοσι, και είκοσι, σαράντα,
έφυγε και μ' αρνήθηκε και δεν κατέχω γιάντα,
δε φταις εσύ, μα φταίω εγώ, πο(υ) σε 'δα με τα πόδια
στα όρη, και δε σ' έριξα μέσα στα χινοπόδια,
μωρή ξερή φασκομηλιά, ξεφουντωμένη βιόλα,
που σου 'πανε πως σ' αγαπώ, και πίστεψές το κιόλα

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Ακόμα ένα σπάνιο δώρο.


Διά χειρός του πολύ καλού ζωγράφου Γιάννη Δημητράκη και πάλι. Το "γεια, χαρά" του (στο χρονολόγιο του προφίλ μου στο fb), με την ευκαιρία της ονομαστικής μου γιορτής.

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Αντίδωρο στις ευχές.


Για τις πολλές και θερμές ευχές (τηλεφωνήματα ή sms, στον τοίχο ή στο inbox / fb) με την ευκαιρία της ονομαστικής μου γιορτής, τα εγκάρδια ευχαριστώ μου, μα και σαν... αντίδωρο, 35 δευτερόλεπτα μαγείας: η εικοσάχρονη Σοφία Λόρεν βολτάρει στην τότε αυθεντικότερη κι απ' τη σημερινή Νάπολη, του 1954, σκηνή από τη σπονδυλωτή ταινία του Βιττόριο ντε Σίκα "L' oro di Napoli / Το χρυσάφι της Νάπολης (ελλ. τίτλος: Ερωτική πολιορκία)".
Να υπενθυμίσω, η Σοφία Λόρεν υπήρξε συμμαθήτρια της μαμάς μου, όσο για τη Νάπολη, είναι απ' τις πόλεις της Ιταλίας εκείνη που με συγκίνησε περισσότερο.

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Κι όντεν τα Στρατάκια αρχίσασι να τραγουδούν...


Ο Γιώργος και ο Νίκος Στρατάκης τραγουδούν αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου (1553-1613 ή 1614).
Στην Κρήτη τραγουδούσανε παλιά, στην Κρήτη τραγουδούν ακόμα (1, 2, 3, 4).

(Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα.)

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Μακάρι ευτυχέστερο, μακάρι διαυγέστερο.

Μακάρι ευτυχές και διαυγέστερο το 2018.
(Κάπως ν' αραίωνε ο φθόνος στον αέρα, παντού, να μην κολλάει στο δέρμα, 
κάπως να λιγόστευε η λούμπεν δυσανεξία προς την αισθητική.)  

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Η Πελαγία Κυριαζή και το Λάβαρο του Γύζη.


Το Λάβαρο του Παν/μίου Αθηνών με την Παλλάδα Αθηνά, έργο του Νικολάου Γύζη, και δύο από τις σπουδές σ' αυτό (αλλά και σε σχέδιά του με κάρβουνο και κιμωλία) της Πελαγίας Κυριαζή.
Όπως το διατυπώνει η ίδια, στη δουλειά της πρωτοστατεί "ο σκοτεινός θάλαμος της μνήμης, ο υποκειμενικός εσωτερικός χώρος" που "αιχμαλωτίζει συναισθήματα και σκέψεις - εικόνες". (Από την ομιλία της στο Μουσείο Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο πλαίσιο της έκθεσης "Το Λάβαρο του Παν/μίου Αθηνών: σύγχρονες εικαστικές προσεγγίσεις", 2/12/2017.)
Η έκθεση θα διαρκέσει έως και 31 Δεκεμβρίου. Άλλοι καλλιτέχνες εκτός από την Π. Κ. που συμμετέχουν: Αντώνιος (Παναγόπουλος), Δημήτρης Ζουρούδης, Ελένη Λύρα, Κύριλλος Σαρρής, Δήμητρα Σιατερλή, Δημήτρης Σκουρογιάννης, Άγγελος Σκούρτης, Γιώργος Χατζημιχάλης και Γιάννης Ψυχοπαίδης. [Μουσείο Ιστορίας Παν/μίου Αθηνών, Θόλου 5, Πλάκα]


 
 

Ειδικά για το δεύτερο σχέδιό της: Ο Γύζης στο εργαστήριό του, σημειώνει - συνομιλεί με το συντεχνίτη της: Παρτιτούρες από λευκές / κάθετες γραμμές / αιωρούνται / γύρω σου. / Κάθεσαι σιωπηλός στο κέντρο / μιας μυστικής / ορχήστρας / και / η σύνθεση έρχεται / να σε βρει / με τη μορφή της / Αθηναϊκής / θεάς.

(Για την Π. Κ. παλιότερες αναρτήσεις: 1, 2, 3, 4.)

(Χανιά, Ιούνιος του 2016.)

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Τα Δωδεκάνησα και οι Σικελοί.


Την περασμένη εβδομάδα, πάλι με τους γονείς μου, και πάλι για μία επέμβαση ρουτίνας, βρέθηκα στη Ρόδο, αυτή τη φορά τρεις μέρες μόνο. Μαλακός Νοέμβριος, ήλιος, η ροδίτικη ώχρα φθινοπωρινή, πιο μελιά το μεσημέρι, κάπως γκριζαρισμένη το απόγευμα.
Καμιά - μιάμιση ώρα προτού σκοτεινιάσει, βγαίναμε με τον (ογδονταεξάχρονο) πατέρα μου για βόλτα (Νιοχώρι, Μαντράκι, Παλιά Πόλη), περπατούσαμε στο δικό μου τέμπο, ο πατέρας μου να ιστορεί ασταμάτητα, και στις ανηφοριές, και σημειωτέον μέχρι το τέλος του ωριαίου περπατήματός μας δίχως ίχνος λαχανιάσματος. Τον καμάρωνα, απολάμβανα και τις ιστορίες του.
Κάποια στιγμή στον παραλιακό, από τον περισπασμό των δυνατών εικόνων, τον διακόπτω, "Μπαμπά, και στην Κω, και ιδίως στη Ρόδο, και πριν ένα μήνα και τώρα, έχω πολύ συχνά την εντύπωση ότι βρίσκομαι Σικελία. Κατάνια, Συρακούσες, και πολύ περισσότερο Παλέρμο. Η αρχιτεκτονική; -η πολεοδομία; -το αστικό πράσινο;". "Να μην απορείς καθόλου", μου απαντά, ο οποίος επίσης έχει επισκεφτεί τη Σικελία, "σχεδόν όλοι οι διοικητές της Δωδεκανήσου επί ιταλοκρατίας ήτανε Σικελοί".
Και λόγω της εξαιρετικής του μνήμης -θα με εξέπλησσε να μη θυμάται σωστά-, δε θα ερευνούσα την ιστορική ακρίβεια της πληροφορίας, και επιπλέον γιατί μου αρκούσε, ακόμα κι αν ήταν μόνο για να δέσει εκείνο το ωραίο απομεσήμερο τη Ρόδο με το Παλέρμο, ή τους Σικελούς με τους Ροδίτες στο τέλος της δεκαετίας του '30 όταν τον έφερε παιδάκι με το καΐκι του στη Ρόδο, για τις αμυγδαλές του, ο παππούς του, ο καπετάν Μάρκος Τριανταφύλλου, ή τον εγγονό τον καθισμένο στα πόδια του καπετάνιου μ' εκείνον το μαύρο, ένα γκαρσόνι σε καφενείο της Παλιάς Πόλης, που τον σερβίρει να πιει για πρώτη φορά στη ζωή του αγελαδινό γάλα -ανήκουστο ακόμα τότε στο χωριό του, την Κέφαλο της Κω, να πίνει άνθρωπος το γάλα της αγελάδας-, και άλλα πολλά, γλαφυρά όλα, και αφηγήματα της Μεσογείου.
Αλλά και προχτές, που κάτι έλεγα σχετικό με τους φίκους σε Δωδεκάνησα και Σικελία σε αυλή φυτωρίου εδώ στην Κω, "Μα", πετιέται ο ιδιοκτήτης, "δεν το ξέρεις ότι οι πιο πολλοί στη Δωδεκάνησο τις παραγγελίες μας τις κάνουμε σε μεγάλα φυτώρια της Σικελίας;".




Από το ίδιο ταξίδι, άλλες δύο αναρτήσεις (1, 2).

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Στη μνήμη των 1604 Ροδίων και Κώων εβραίων μαρτύρων.


Ρόδος, Παλιά Πόλη, Πλατεία Μαρτύρων Εβραίων. Το Μνημείο του Ολοκαυτώματος για τους Ρόδιους και Κώους εβραίους. Από το 2002. Ήδη δις επιδιορθωμένο μετά από βανδαλισμούς, το 2008 και το 2012. Στο κέντρο της ομώνυμης πλατειούλας με τους έξι φίκους, δίπλα στο σιντριβανάκι με τους ιππόκαμπους.


ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΠΟΤΕ

ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΜΝΗΜΗ 
ΤΩΝ 1604
ΕΒΡΑΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ
ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΩ
ΠΟΥ ΕΞΟΝΤΩΘΗΚΑΝ
ΣΤΑ ΝΑΖΙΣΤΙΚΑ 
ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

23 ΙΟΥΛΙΟΥ 1944

(Παλαιότερη ανάρτηση σχετική με τους εβραίους της Κω, εδώ.)

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Τα σιντριβάνια της Ρόδου.


Σιντριβάνια που προσομοιάζουν με κρουνούς κρήνης, με βρυσούλες σωστότερα∙ όχι με πίδακες ή με καταρράκτες. Από τις πρώτες εικόνες εκλεπτυσμένου αστικού τοπίου της μνήμης μου. [Η μυστική δική μου Ρόδος.]

 

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Το Σκοτεινό Νησί -η αποκατάσταση.


Το επόμενο τρίμηνο - τετράμηνο θα διορθώνω εντατικά το πρώτο μου πεζό, τη νουβέλα Το Σκοτεινό Νησί. Από καιρό διεκδικεί μέσα μου ένα είδος αποκατάστασης. Δεκαεπτά χρόνια μετά την αρχική εκδοχή του σε θεατρική μορφή, και μια δεκαετία μετά τη μετατροπή του σε πρόζα, τότε που από τη λυτρωτική παρόρμηση να απομακρυνθώ από το θέατρο, (μαζί με τη χαρά επιτέλους να σαρώνονται όλα τα προσκόμματα, όπως ένα ποτάμι με ορμητική ροή απομακρύνει λογής μπάζα από την κοίτη του, ό,τι με κράταγε θέλω να πω μακριά από την πεζογραφία, και μάλιστα της μακράς έκτασης), Το Σκοτεινό Νησί ξεχώρισα και πήρα μαζί μου φεύγοντας, αλλά και μ' όσα κατέκτησα έκτοτε, πολλά μικρά - μεγάλα της τέχνης μου μυστικά σε τούτη την εντωμεταξύ καλύτερη δεκαετία της ζωής μου, επιστρέφω από σήμερα σαν με τρυφερότητα σ' αυτό το ενδιάμεσο, όμως και πρώτο ολόκληρο διάβημα της αυθεντικής συγγραφικής μου ζωής, να το φροντίσω, να το επιμεληθώ, να του αποδώσω την τιμητική πρώτη θέση ανάμεσα στα κατοπινά αγαπημένα.
Τους επόμενους τρεις - τέσσερις μήνες, λοιπόν, θα αραιώσω τις αναρτήσεις -όσοι με παρακολουθείτε, μην ανησυχήσετε. Θα λείπω για καλό σκοπό.

 [Manuel Moncayo (1989-).]

Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

Ο γιος της Κίττυς, και εγγονός της Σάρας, και δισέγγονος της Ζουλιέτας και του Μουσέ Μενασέ!




Σε κείμενα που μου ζητήθηκαν για την Κω έχω συχνά αναφερθεί στην κουλτούρα ανοχής των κατοίκων του νησιού, που προϋπήρχε και που συνέβαλε στην τουριστική ανάπτυξη. Σ’ ένα απ’ αυτά (Κως, ήτανε το πεπρωμένο της ο τουρισμός), τον Ιούλιο του 2013, για το ειδικό τεύχος 444 της Athens Voice, σημείωνα ανάμεσα σε άλλα:

«…Μια βόλτα στην πόλη, και από τον ιδιότυπο συγκρητισμό των μνημείων της, τις ορθόδοξες εκκλησιές μαζί με την καθολική μητρόπολη, τα τζαμιά, τη συναγωγή, τη λαϊκή νησιωτική αρχιτεκτονική μαζί με τα ιταλικά δημόσια κτίρια, το κάστρο των Ιπποτών, τα παλαιοχριστιανικά ερείπια μαζί με την Κάζα Ρομάνα, το ρωμαϊκό ωδείο, τα αρχαιολογικά πάρκα και το Ασκληπιείο, και μόνο από το συγκερασμό όλων αυτών, ο επισκέπτης της πόλης μπορεί να εικάσει τη συνειδητή ή ασύνειδη πολυπολιτισμική ανεκτικότητα των κατοίκων της.
Η γιαγιά μου έλεγε πως στα παλιά χρόνια σε περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας σύσσωμος ο πληθυσμός ακολουθούσε τη λιτανεία πρώτα του μητροπολίτη, έπειτα του ραβίνου, στο τέλος του χότζα, «κι οποιανού έπιανε η ευχή», όποιου εισακουγόταν η δέηση.
Γειτόνισσα και καλή της φίλη ήταν η Ζουλιέτα Μενασέ, εβραία με καταγωγή από τη μικρασιατική Μέλασσο, σπουδασμένη στο προπολεμικό Παρίσι –οι περίπλοκες μαγειρικές του σπιτιού μας ήτανε πάντοτε δικές της συνταγές–, μαζί με τους υπόλοιπους εβραίους του νησιού έφτασε ως τα κρεματόρια, σώθηκε όμως κι έσωσε την οικογένειά της λόγω του τουρκικού διαβατηρίου της, βέβαια έκτοτε με κλονισμένη ψυχική υγεία. Η μεγάλη κόρη της, η Ρενάτα, ήτανε συμμαθήτρια κι επίσης στενή φίλη της μάνας μου, και τα καλοκαίρια ενώνονταν στα παιχνίδια μας, στην αυλή της συναγωγής και στο γειτονικό αρχαιολογικό πάρκο, τα εγγόνια της από το Ισραήλ, η Μύριαμ, ο Νώε, η Κίττυ…»

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Νεοϋορκέζος στην Καμπούλ.


Andro, 03.11.2017, http://www.andro.gr/apopsi/newyorker-kabul/ 
Γράφει ο Αντώνης Νικολής.

Μπορεί ένας Αφγανός που ζει σήμερα στην Καμπούλ να είναι κάποιος σύγχρονος στην αντίληψη, στις κεραίες του, πολίτης, άρα και δημιουργός; Κάποιος Νεοϋορκέζος, ας πούμε –αν θεωρήσουμε τη Νέα Υόρκη ακόμη κέντρο του κόσμου όσο και κατ’ αναλογία την Καμπούλ ακραίο σημείο στην περιφέρειά του; Το αντιθετικό ζεύγος του τίτλου, Νεοϋορκέζος στην Καμπούλ, για να καταστήσω πιο εύληπτο, πιο αδρό, το Νεοϋορκέζος στην Αθήνα. Μπορεί ένας Νεοέλληνας σήμερα να νιώσει, άρα και να εκφράσει ό,τι ονομάζουμε σύγχρονο ρίγος;
Η παραπάνω και οι συναφείς με αυτήν ερωτήσεις μάλλον απαιτούν για να απαντηθούν πολλές πραγματείες μαζί, που ούτε προτίθεμαι ούτε είναι δουλειά μου. Μερικές σκέψεις μόνο καταχωρίζω εδώ, περισσότερο ιδιοσυγκρασιακού χαρακτήρα και λιγότερο προϊόντα επισταμένης ανάλυσης.
Μία εύλογη απάντηση θα ήταν: «Ε, και τι τον μέλει έναν Νεοέλληνα το ρίγος της Νέας Υόρκης, ας αρκεστεί στο δικό του, το τωρινό αθηναϊκό, και μάλιστα το φοβερό της κρίσης, κι εδώ που τα λέμε ποιος ο λόγος να τον ενδιαφέρει ή και πώς θα μπορούσε να καταπιαστεί με κάτι πέρα από την εμπειρία του.»
Πράγματι. Με τη διαφορά πως, ενώ δε βιώνει την πραγματικότητα της Νέας Υόρκης, όμως ούτε περιμένει για να την πληροφορηθεί με καθυστέρηση μηνών, εβδομάδων, ημερών επιλεγμένες ειδήσεις, ή έως ότου υποτιτλιστούν ή μεταφραστούν τα πλέον συζητημένα αμερικανικά μυθιστορήματα ή ταινίες∙ βλέπει και μάλιστα ταυτόχρονα τις ίδιες σειρές, περιδιαβάζει τους ίδιους ειδησεογραφικούς ιστότοπους με τους σύγχρονούς του Νεοϋορκέζους, και το κυριότερο, το ίδιο κάνει εκείνο το κρίσιμο ποσοστό γύρω του, οι ευαίσθητοι στους δέκτες τους Νεοέλληνες, οι συντονισμένοι με τους καιρούς τους, οι οποίοι, μολονότι ευάριθμοι, είναι και οι σημαίνοντες, οι επιδραστικοί όπως πια τους λέμε, αυτοί που καθορίζουν τις τρέχουσες αξίες και τρόπους της ζωής και εδώ, στην Αθήνα –βέβαια με κάποια διαφορά φάσης.
Δε ζει στη Νέα Υόρκη, όμως οι κεραίες οι δικές του και των συγκαιρινών του είναι σε μεγάλο βαθμό συγχρονισμένες με τα διαδραματιζόμενα εκεί. Άρα;
Για να αντιληφθούμε την αντίφαση, ας προσπαθήσουμε να δούμε τις διαφορές των δύο κοινωνιών: ώριμη μετανεωτερική δυτική η αμερικανική, με πολλή προνεωτερική βαλκανική καθυστέρηση η νεοελληνική. Εδώ, φέρ’ ειπείν, ακόμα και σε τουριστικούς τόπους τις Κυριακές οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπάνε επτά η ώρα το πρωί και οι λειτουργίες από τα μεγάφωνα στη διαπασών ακούγονται δεκάδες μέτρα γύρω από τους ναούς, λες και απευθύνονται σε πληθυσμό που ζει με λάμπες και ξυπνά από τα άγρια χαράματα για τις εργασίες στο χωράφι, που αν συνυπολογίσουμε και τα μεγάφωνα, να το πάλι το γνωστό νεοελληνικό τουρλού, όλες οι εποχές ανάκατες, το τέλειο άλλοθι και η χαρά του κάθε αντιδραστικού.
Σε μία από τις παλιότερες σπουδαίες τηλεοπτικές σειρές των τελευταίων δύο δεκαετιών, στο Six Feet Under / Γραφείο Κηδειών Φίσερ (2001-2005), του Alan Ball, μεταξύ των βασικών χαρακτήρων ο David, ο δευτερότοκος της οικογένειας των εργολάβων κηδειών, είναι ομοφυλόφιλος, από τις πρώτες φορές που με πολλή τόλμη και σοβαρότητα προβάλλεται ένας τέτοιος ήρωας –να θυμίσω ο Άλαν Μπολ (1957-) είναι επίσης ο σεναριογράφος της εμβληματικής πια ταινίας «American beauty» (1999)-, στα extras της σειράς εκπρόσωπος του Συλλόγου Ομοφυλόφιλων Εργολάβων Κηδειών ΗΠΑ (ναι, αυτό σημαίνει ώριμη δυτική κοινωνία) συγχαίρει τους συντελεστές, γιατί μέσω του χαρακτήρα του David εξαίρεται το κύρος των μελών του εν λόγω συλλόγου. Σε αντιδιαστολή, μη φτάσουμε μέχρι την Καμπούλ, ήδη εδώ, στο ένδοξο λίκνο της δημοκρατίας, δεν υπάρχει ακόμη καν αποτεφρωτήριο, δεν υπάρχει καν ένα τζαμί, και τα λείψανα των μουσουλμάνων συμπολιτών, για να ταφούν σε ομόθρησκά τους νεκροταφεία, χρειάζεται να μεταφερθούν στη Δυτική Θράκη...  

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Μαύρο, μαύρο, μαύρο, σίγουρα μαύρο!

[Ο σπουδαίος Ναπολιτάνος Sergio Bruni (1921-2003), τραγουδιστής, τραγουδοποιός, κιθαρίστας, ο επονομαζόμενος και "η φωνή της Νάπολης" τραγουδάει τη μεγάλη λαϊκή επιτυχία των E.A.Mario (1884-1961 / σύνθεση), και Edoardo Nicolardi (1878-1954 / στίχους): Tammurriata nera. Το τραγούδι με αφέλεια ηθογραφική καταγράφει το σούσουρο στις γειτονιές της όμορφης πόλης (και 1, 2) όταν συμβαίνει ένα από τα πολλά ανάλογα περιστατικά στη διάρκεια της αμερικανικής διοίκησης του 1944, τα γεννητούρια έγχρωμου μωρού, που είτε το ονομάσει η μάνα του Cyrus ή Ciccio ή 'Ntuono ή Peppe ή Ciro, μ' όποιο ναπολιτάνικο όνομα τέλος πάντων, εκείνο είναι μαύρο, μαύρο, μαύρο σαν το κάρβουνο, σίγουρα μαύρο! Το τραγουδάκι ολότελα αθώο, ξεχειλίζει από τη μεταπολεμική μεσογειακή κατάφαση στη ζωή.]


[Το ίδιο τραγούδι και από τη Ρωμαία Gabriella Ferri (1942-2004), διακεκριμένη ερμηνεύτρια ρωμαϊκών και ναπολιτάνικων canzoni popolari.]

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Το οριστικό τέλος μιας συνεργασίας.

Δε θέλω να καταγράψω εδώ τα συναισθήματά μου. Είναι πια -το λιγότερο να πω- αρνητικά, και οι αιτίες που τα προξένησαν αρκετές και πολύ σοβαρότερες απ' αυτήν που σε σχετικά πρόσφατη συνέντευξή μου (ραδιόφωνο Amagi, εκπομπή Αντιφάσεις, 21-5-2017) ανέφερα.
Βάσει ιδιωτικού τροποποιητικού συμφωνητικού που μόλις υπογράφηκε (από εμένα και τους υπευθύνους της εκδοτικής εταιρείας Τὸ Ροδακιὸ), τα δικαιώματα της Διονυσίας έχουν ήδη αποδεσμευτεί, και με τη λήξη των πενταετών συμβολαίων τους το ίδιο θα συμβεί και για τον Δανιήλ, το 2018, και για τον Μισθοφόρο, το 2020.

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Γιάννης Δημητράκης, Vertigo.

Με τον πολύ καλό ζωγράφο Γιάννη Δημητράκη υπήρξαμε συστρατιώτες το μακρινό 1988. Από τις 19 / 10 έως τις 5 / 11 / 2017 εκθέτει την τελευταία, πολύ συναρπαστική δουλειά του στην αίθουσα τέχνης Alibi, Σαρρή 12, στου Ψυρρή. Τα εγκαίνια, αυτή την Πέμπτη στις 19.30.
Χαίρομαι την καλή τύχη που μας έφερε κοντά νεαρούς, αλλά θα 'ψαχνα την τέχνη του, το σχέδιο, τα χρώματα, αυτό τον ίλιγγο του ενθουσιασμού του, ακόμα κι αν δε γνωριζόμαστε.




(Δημητράκης στο γραφείο, στο καθιστικό, ως και... στην κουζίνα μου.)   



Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Μυστική δική μου Ρόδος.

Βρέθηκα στη Ρόδο αυτές τις μέρες, για μία επέμβαση ρουτίνας στη μητέρα μου.
Σημαδιακές επέτειοι φέτος: είκοσι χρόνια από την πρώτη φορά στην Κρήτη, σαράντα από την αντίστοιχη στη Ρόδο. Ήτανε το 1977, μάλλον Μάιος, σε σχολική εκδρομή της Β’ Λυκείου. Τι έξαψη, πόση μαγεία. Οι πόλεις είναι ή γίνονται μετωνυμίες για πολλά πράγματα της νόησης, της ποιήσεώς μας –κατά το καβαφικόν. Σχετικά πρόσφατα εξιχνίασα ο ίδιος μερικά από τα εντονότερα αισθήματα που μου γέννησε αυτή η πόλη, που πάντοτε τιμώ ως τη δική μου, την καταδική μου πρωτεύουσα.
[Να υπενθυμίσω πάντως κι εδώ τη ρήση του Μίλαν Κούντερα, “Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του” (Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδόσεις Εστία, σελ. 153). Αξιοποιεί δηλαδή το πραγματολογικό ή άλλο υλικό της εμπειρίας του, όμως δεν αυτοβιογραφείται, ακόμα κι όταν ισχυρίζεται ότι κάνει κάτι τέτοιο. Ο συγγραφέας αφηγείται, δε λέει απλώς ιστορίες∙ ο καλός μάλιστα, περισσότερο κι απ' αυτό, δημιουργεί ύφος, δίνει μορφή και ρυθμό στο έργο του.]

Ο ήρωας στο Σκοτεινό Νησί (2008, μεταγραφή θεατρικού του 2001) ανακαλεί εικόνα της Ρόδου (κυρίως από την πλατεία Ιωάννη Ζίγδη, όπου και η Ακαδημία) για την απολεσθείσα Εδέμ, τη ζωή στον πλανήτη προ οικολογικής καταστροφής.

Θα του πω ένα παραμύθι. Ένα ειδυλλιακό στιγμιότυπο, να τον γλυκάνω. «Στα πολύ πολύ παλιά χρόνια» αρχίζω να του λέω, εκείνος παίρνει βαθιά ανάσα, ησυχάζει. «Μια φορά κι έναν καιρό. Πριν από την καταστροφή. Δεκάδες χρόνια πριν. Μια μικρή πλατεία. Απόγευμα. Νωρίς το απόγευμα. Γυρίζουμε, λέει, από την παραλία. Είμαστε εσύ κι εγώ. Φοράμε μόνο το μαγιό. Περπατάμε ξυπόλητοι, κρατάμε τα παπούτσια μας στα χέρια. Ο ήλιος μάς στεγνώνει. Λεπτές άσπρες γιρλάντες το αλάτι στους ώμους σου. Όπως προχωράμε και χαζολογάμε, ο ήλιος κάνει απαλές σκιές στην πλάτη σου, ως κάτω στα δυο λακκάκια στη βάση της σπονδυλικής σου στήλης, δυο μικρές γούβες σκιά. Όλο και σου ρίχνω εγώ πονηρές ματιές. Εσύ είσαι όμορφος. Καθίζουμε σ’ ένα καφενείο. Υπαίθριο. Υπαίθριο… μ’ ακούς; Υπαίθριο, υπαίθριο! Ανέμελοι! Ανάμεσα σε πολλούς άλλους ανέμελους. Να πιούμε κάτι, να δροσιστούμε. Αρωκαρίες ψηλές και φοίνικες και πεκούνιες ανθισμένες, όλα τα χρώματα, και λιγούσχρα κλαδεμένα ολόγυρα στα παρτέρια, χαμηλοί φράχτες. Κυλούνε δυο ρυάκια στο στέρνο σου και έχεις λίγη υγρασία ανάμεσα στα σκέλη, μπορεί να μην είναι από τη θάλασσα, να είναι ιδρώτας. Έρχεται το γκαρσόνι, ένας τρυφερούλης σαν ούτε τριάντα πέντε χρονών. Και παραγγέλλουμε να πιούμε ποτά. Δεν ξέρω τι ποτά. Ή μήπως αφεψήματα; Όχι, ναι. Καφέ παραγγέλλουμε. Που φτιάχνεται, λέει, από πραγματικό καφέ. Που τον φέρνουνε, τον καφέ, από μια άλλη ήπειρο, που τον αλέθουνε στη βόρεια άκρη της δικής μας, και που τον ψήνουν, λέει, για την πάρτη μας, στη νότια άκρη της ηπείρου μας, εδώ. Και μια κοιτάζω τους μικρούς νευρικούς παλμούς στους μυς των μπράτσων σου, απέναντί μου, μια τους άλλους θαμώνες (τι ποικιλία τα πορτρέτα), άλλοι με ακάλυπτα κεφάλια όπως κι εμείς, αναμαλλιασμένοι από το νερό και το αλάτι, άλλοι με καπέλα, άλλοι ημίγυμνοι, άλλοι σχεδόν γυμνοί. Έχεις προσέξει σε κάτι αρχαία φιλμ τι χρώμα είχε το ηλιοκαμένο δέρμα; Βλέπεις και τώρα καμιά φορά κανέναν τυχαίο ηλιοκαμένο, αλλά καμία σχέση, αυτοί είναι γεμάτοι εξανθήματα κι εγκαύματα…»  

Το χαμάμ του Δανιήλ, στη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα (άνοιξη 2009) είναι σίγουρα η φανταστική μικρότερη εκδοχή του Γενί Χαμάμ της πλατείας Αρίωνος στην Παλιά Πόλη.

Η Ρόδος, και πάλι, σ’ ένα διήγημα που μου ζητήθηκε για τη LiFO, το καλοκαίρι του 2012. (Κως, μια μικρή εκδοχή του κόσμου. 17 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ LIFO. 18.7.2012. The Summer fiction issue. Μια μικρή εκδοχή του κόσμου. Από τον Αντώνη Νικολή. Ένα διήγημα για την Κω.)


(…) παλιότερα, έφηβος, όταν περνούσα την Πύλη d’ Amboise στα τείχη της Παλιάς Πόλης στη Ρόδο, κάπως σαν να διέσχιζα τη Γέφυρα των Ιπποτών της Οδού των Φοινίκων στην Κω για να μπω στο κάστρο του λιμενοβραχίονά μας. Οι λέξεις ηδονή, λαγνεία, λίμπιντο, αν έχουν μια σκηνογραφία στο μυαλό μου, βρίσκονται εκεί, μα και η Ρόδος δεν είναι παρά τα δεκαοκτώ μου (…)

Στον Μισθοφόρο (2012-2015) οι εικόνες της Ρόδου συμφύρονται με πράγματα του ασυνειδήτου. Εκεί θα καταφύγει ο Ηλίας για να εξαφανίσει τα τεκμήρια του φόνου, αλλά κι εκεί θα νιώσει την αφύπνιση του ερωτισμού του.

Περπάταγε, ύστερα, ανάμεσα σε αποβιβασμένα φορτηγά και γιωταχί, λίγους πεζούς, σκυμμένος, έπειτα στον παραλιακό με τα άθλια διώροφα, το φως της Ρόδου είναι σαν πιο κίτρινο, στη μνήμη γίνεται γλυκιά ώχρα, βυθιζόταν κι άλλο μέσα του, μετά τη στροφή του πρώτου κόλπου, όπου το παλιό λιμάνι, κι από κει και πέρα η διαδρομή παράλληλα προς το κάστρο ως την Πύλη της Ελευθερίας και τη μικρή γέφυρα με την αβαθή τάφρο κάπως θα τον αποσπούσε, όλα γίνονταν πιο οικεία, σε λίγο θα τον δρόσιζε κι η απόληξη του πάρκου στις παρυφές του κάστρου, οι βαθύσκιωτοι φίκοι στο απέναντι πεζοδρόμιο, θα σήκωνε το βλέμμα προς το Μαντράκι και την παραλιακή λεωφόρο. Άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του δίχως να συσπώνται οι μύες του προσώπου, σαν από μόνοι τους οι αδένες, δίχως συναισθήματα, εκτός από την κάπως ανακουφιστική εντύπωση του βλέμματος που ξανοιγόταν στον ανοιχτό ορίζοντα της πόλης.